Από τον Ιούλιο του 2019 μέχρι σήμερα (δηλ. επί έξι ολόκληρα χρόνια) η κυρία Λίνα Μενδώνη κατέχει τη θέση του υπουργού Πολιτισμού στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Στον πολιτικό δημόσιο διάλογο δεν έχουν τεθεί θεμελιώδη ερωτήματα πώς και γιατί ένα συγκεκριμένο άτομο, ένας πολίτης κρίθηκε (;) ικανός να ασκεί πολιτιστική πολιτική ακόμη και στο πλαίσιο της τεχνοκρατικής σημερινής κυβέρνησης! Η «μονιμότητα» της κυρίας Μενδώνη έχει θέσει επί τάπητος μείζονα ζητήματα, τα οποία συνδέονται και με την προσωπικότητα του κρινόμενου προσώπου, αλλά και με τις επιδιώξεις και τις προοπτικές του υπηρεσιακού (υπουργικού) θώκου.
Δεν θα επιμείνω σε μια περιπτωσιολογική έκθεση των αποφάσεων και των πράξεων της υπουργού. Κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ανατρέξει και να αναζητήσει δημοσιογραφικές πληροφορίες για τα πεπραγμένα της κατά την τελευταία εξαετία. Αναφέρω μόνον ενδεικτικά την πολεοδομική επέμβασή της στην Ακρόπολη! Και τον σχετικό χαρακτηρισμό, με τον οποίο έγινε ευρύτερα γνωστή στο πανελλήνιο.
Πριν επιχειρήσω να σκιαγραφήσω το πολιτικό πορτρέτο της κυρίας Μενδώνη οφείλω να διατυπώσω ότι δεν τη γνωρίζω παρά μόνον ως «δημόσιο πρόσωπο». Ο αγαπημένος φίλος μου Θεόδωρος Πάγκαλος στη σύντομη θητεία του στο υπουργείο Πολιτισμού τη διόρισε γενικό γραμματέα του και εκεί σ’ ένα γεύμα τη συνάντησα για μία μοναδική στη ζωή μου φορά!
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται στη μέση της δεύτερης κοινοβουλευτικής θητείας της. Απομένουν δύο χρόνια για να ολοκληρωθεί αυτή η δεύτερη φάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη (Ιούνιος 2027). Το κύριο και θεμελιώδες χαρακτηριστικό της είναι ο γραφειοκρατικός και ο τεχνοκρατικός χαρακτήρας της. Ενώ πρόκειται για μια κυβέρνηση, η οποία ενώ θεμελιώνεται στη «λαϊκή κυριαρχία» (σύμφωνα με το Σύνταγμα) δομείται και λειτουργεί ως τεχνοκρατικό σύστημα. Αυτή η τεχνοκρατική αντίληψη περί πολιτικής εκφράζεται, χωρίς περιστροφές και υποσημειώσεις, στον διορισμό της κυρίας Λίνας Μενδώνη στη θέση του υπουργού Πολιτισμού. Ως «δημόσιο πρόσωπο» η κυρία Μενδώνη, αλλά και ως επιστήμων, αυτοπροσδιορίζεται ως τεχνοκράτης. Γνωρίζει το αντικείμενό της ως ειδική επιστήμων, ως αρχαιολόγος. Γνωρίζει τη γραφειοκρατία των υπηρεσιών της. Αλλά εάν υποθέσουμε πως η άσκηση πολιτικής για θέματα και ζητήματα πολιτισμού ήταν γραφειοκρατική υπόθεση, τότε θα έπρεπε να καταργηθεί το υπουργείο Πολιτισμού.
Με άλλα λόγια θέλω να επισημάνω πως η εξαετής θητεία της κυρίας Μενδώνη (η «μονιμότητά» της) μπορεί να εκφράζει το πνεύμα της τεχνοκρατικής κυβέρνησης Μητσοτάκη, αλλά στις σημερινές πραγματολογικές συνθήκες επαναπροσδιορισμού της ελληνικής κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης χρειαζόμαστε έναν υπουργό Πολιτισμού με όραμα. Εχουμε ως πολιτική κοινωνία ανάγκη από έναν υπουργό Πολιτισμού όπως ήταν (πριν από σαράντα χρόνια) η Μελίνα Μερκούρη.
Κλείνοντας αυτή τη σύντομη παρέμβασή μου τονίζω το εξής: η Ελλάδα ως πολιτική κοινωνία και ως αισθητική συνθήκη καλείται να επεξεργασθεί λύσεις σε δύο μείζονα προβλήματα και δεν μπορούν αυτές οι λύσεις να είναι τεχνοκρατικές. Τα δύο προβλήματα είναι: το ένα η επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα και το άλλο η εθνικο-αισθητικο-ιδεολογική ανακαίνιση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (ΕΑΜ). Η γραφειοκρατική αντίληψη της κυρίας Λίνας Μενδώνη δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον οραματισμό της ελληνικής πολιτικής και αισθητικής κοινωνίας.
*Πολιτικός φιλόσοφος
