ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είμαστε όλοι μας συνηθισμένοι στο να ξεπερνάμε ζητήματα που έχουν, πολλές φορές, καθοριστική σημασία, σαν να μην υπάρχουν καν.

Χαρακτηριστική περίπτωση, νομίζω, είναι η κατάσταση της αθλητικής δημοσιογραφίας στη χώρα μας – για αλλού δεν ξέρω.

Αφορμή για το σχόλιό μου είναι η κάλυψη ενός πρόσφατου πολύ σημαντικού γεγονότος, όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη, αλλά συνολικά για την ελληνική πολιτική συνθήκη. Αναφέρομαι στη σύλληψη μελών της Εθνικιστικής Νεολαίας Θεσσαλονίκης, μιας εγκληματικής συμμορίας με πολύ επικίνδυνη δραστηριότητα. Τραμπούκοι περιωπής, που κατατρομοκρατούσαν, μεταξύ άλλων, και σχολεία στη δυτική πλευρά της πόλης, ενώ έφτασαν να κάνουν δολοφονικές επιθέσεις ακόμη και στον δήμαρχο της Θεσσαλονίκης, τον Γιάννη Μπουτάρη, λόγω της αντεθνικής (sic) στάσης του στο Μακεδονικό.

Γι’ αυτούς τους δολοφόνους, λοιπόν, ακούστηκε -ψιθυριστά, πολύ ψιθυριστά- πως συνδέονται και με την οπαδική βία. Ετσι, γενικώς. Ισως να πρόκειται, δηλαδή, για οπαδούς του Θερμαϊκού Θέρμης, του ΠΑΟ Νέων Επιβατών ή του Π.Ο. Ξηροκρήνης. Ομως, το θέμα δεν είχε τόσο «καθολικό», που θα έλεγε και ο Καντ, χαρακτήρα. Η σύνδεση αφορούσε τον ΠΑΟΚ, η πλειονότητα, πια, των οπαδών του οποίου συνδέεται με «πατριωτικές» πρακτικές. Θέλω να πω, η αντίφα τάση της Θύρας 4, προ πολλού, νομίζω, έχει περιθωριοποιηθεί, ενώ κυριαρχούν όμιλοι όπως, π.χ., οι «Βυζαντινοί Μαχητές» και δεκάδες άλλες τέτοιες συνομαδώσεις.

Αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι άσχετο -το ακριβώς αντίθετο ισχύει- με πλήθος περιστατικών (!) που εμπλέκουν οπαδούς του ΠΑΟΚ. Ο εμπρησμός της αντιεξουσιαστικής κατάληψης της Libertatia από έναν τρομακτικό όχλο, ο φόνος του Τόνσο, η, τύπου «σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι», δολοφονία του Αλκη είναι οι πιο ακραίες περιπτώσεις – όχι, όμως, οι μοναδικές.

Οταν, λοιπόν, αναφερόμαστε στην ΕΝΕΘ και μιλάμε, εντελώς αφηρημένα, για οπαδική βία, συντελούμε σε ασύγγνωστη απόκρυψη. Πράγμα που δίνει χώρο στους εγκληματίες να συνεχίσουν.

Το θέμα μου είναι, όμως, ευρύτερο.

Γενικότερα, μου φαίνεται ότι οι αθλητικοί δημοσιογράφοι, σε σημαντικό βαθμό, λειτουργούν ως οπαδοί των ομάδων. Κάνουν ρεπορτάζ και μοιάζει να πονούν ή να ενθουσιάζονται περισσότερο, κάποιες φορές, και από φανατικούς της εξέδρας. Ή περιγράφουν τη Δευτέρα τι συνέβη σε έναν αγώνα της Κυριακής και νομίζεις πως έπαιζε μια ομάδα μόνη της. Αυτή η ομάδα, βέβαια, είναι από τους, ο Θεός να τους κάνει, μπιγκ, ενώ η άλλη είναι από τους σμολ ή μίντιουμ. Στέκει; Δεν στέκει.

Ολοι ξέρουμε ότι οι μπιγκ διαθέτουν «δικές τους» ομάδες πρόθυμες να τους καβατζάρουν χάνοντας, σχεδόν πάντοτε έχουν διαιτητές πρόθυμους να κάνουν στραβά μάτια, όταν δεν αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο, έχουν πολλά φράγκα για να κάνουν δουλίτσες.

Αυτά, ωστόσο, πολύ λίγο αναδεικνύονται. Συνήθως, όταν προκύπτουν συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των μπιγκ, που, γενικά, όμως, φροντίζουν να σέβονται την ομερτά.

Προφανώς, και σε άλλες χώρες συμβαίνουν κακά πράγματα. Η πλουτοκρατική μαφία έχει πολλούς λόγους να «επενδύει» στο ποδόσφαιρο. Είμαι, όμως, σίγουρος ότι, αν στην Αγγλία, στη Γερμανία ή στην Ισπανία (ξένος) διαιτητής κακοποιούνταν στο ημίχρονο από πρόεδρο για να κάνει τα «δέοντα» ή άλλος πρόεδρας έμπαινε στον αγωνιστικό χώρο κραδαίνοντας πιστόλι, θα είχε πάρει ο διάβολος και τους ίδιους και τους μπιγκ τους μαζί. Ο διάβολος θα τους είχε πάρει. Εδώ, αν δεν πετάμε αετό, τα ξεχνάμε σε κάνα δυο μέρες.

Περηφανεύονται οι μπιγκ για τους τίτλους και τα μεγαλεία τους. Βάλτε στον λογαριασμό τα ΠΟΚ, τις παράγκες, τα «να κερδάει αυτός κι αυτός και να για όλα τα άλλα», τις αποδεδειγμένες δωροδοκίες του ίδιου τύπου, που είναι αρκετές να ρίξουν κατηγορία τον Ηρακλή, όχι, όμως, τον ΠΑΟ, τις πολυϊδιοκτησίες, που ρίχνουν τον σμολ και απαλλάσσουν τον μπιγκ, τα πληρωμένα από το κράτος γήπεδα των μπιγκ και η περηφάνια μοιάζει περισσότερο με ενοχή.

Ξέρω πολύ κόσμο που από τα μικρά του χρόνια είχε στενή σχέση με το γήπεδο και το έχει εγκαταλείψει οριστικά. Ανθρώπους όχι σαν αυτούς που δηλώνουν το ένα ή το άλλο και δεν ξέρουν πού πέφτει το γήπεδο της ομάδας που, κατά τα άλλα, υποστηρίζουν, αλλά γνώστες του ποδοσφαίρου και της ιστορίας του. Που εγκατέλειψαν κάτι που θεωρούσαν από τα όμορφα πράγματα στη ζωή.

Θα μου πει κάποιος: Γιατί δεν κάνεις κι εσύ το ίδιο;

Η απάντηση είναι: Για τον ίδιο λόγο που είμαι αριστερός. Γιατί θέλω να αντισταθώ σε όσα με πλακώνουν. Δεν θέλω αμαχητί να πάρουν οριστικά ακόμη ένα «δικό μου» πράγμα οι μεγαλοκαρχαρίες.

Γιατί, από πιτσιρίκι, αγαπώ πολύ το ποδόσφαιρο. Γιατί στο γήπεδο της ομάδας μου μπορώ να μυρίσω ακόμα το χόρτο. Γιατί μου αρέσει να παρακολουθώ μέσα στη βροχή, στο λιοπύρι και στον αέρα – σε μια περίεργη, ομολογουμένως, σχέση με τη φύση.

Και για κάτι λιγότερο προσωπικό.

Γιατί στο πέταλο μαζεύονται, συχνά, καλά παιδιά -κι ας λένε όλοι- από τις κατώτερες τάξεις. Που η ομάδα είναι η μόνη τους συλλογική καταφυγή. Σεβασμός.