Ευρωπαϊκή Ενότητα Ανθρακος – Χάλυβα (ΕΚΑΧ), ΕΟΚ, Ε.Ε., μια σύντομη ιστορική αναδρομή της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα ήταν χρήσιμη για τη βαθύτερη κατανόηση του σημερινού status αυτής της υπερεθνικής ένωσης. Η Ευρώπη με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν πλήρως κατεστραμμένη. Με την απίστευτη επέκταση της σφαίρας επιρροής της Σοβιετικής Ενωσης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα σοσιαλιστικά – κομμουνιστικά ιδεώδη ασκούσαν γοητεία και ενέπνεαν τους λαούς της καθημαγμένης Ευρώπης για ένα καλύτερο μέλλον.
Οι ΗΠΑ, ως παγκόσμια καπιταλιστική υπερδύναμη και ως αντίπαλο δέος του κομμουνιστικού block, ανησυχούν δικαιολογημένα και αποφασίζουν να αναλάβουν δράση.
Με το μεγαλόπνοο και γεωστρατηγικό σχέδιο Μάρσαλ οι ΗΠΑ επιχείρησαν, αφενός, να σώσουν την Ευρώπη από τον λιμό και την εξαθλίωση, αφετέρου να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για την οικονομική της ανασυγκρότηση και την απομάκρυνσή της από την επιρροή των κομμουνιστικών ιδεών.
Η φυσική συνέχεια του σχεδίου Μάρσαλ ήταν η ίδρυση της ΕΚΑΧ (1951) και στη συνέχεια της ΕΟΚ (1957), οι οποίες δημιουργήθηκαν με την αμέριστη πολιτική, οικονομική και διπλωματική υποστήριξη των ΗΠΑ.
Η ίδρυσή τους εξυπηρετούσε τους κάτωθι βασικούς στόχους:
-τη συλλογική διαχείριση των στρατηγικών πόρων (άνθρακας και χάλυβας),
-την αποτροπή νέου πολέμου μεταξύ των άσπονδων εχθρών Γαλλίας και Γερμανίας,
-την ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών, που αποσκοπούσε στην ταχεία και απρόσκοπτη οικονομική τους ανάπτυξη
-τη σημαντική άνοδο του βιοτικού επιπέδου των Ευρωπαίων πολιτών με την προσδοκία της απομάκρυνσής τους από την ιδεολογική επιρροή του κομμουνισμού.
Οι στόχοι αυτοί επιτεύχθηκαν σε σημαντικό βαθμό, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μέχρι και την αρχή της δεκαετίας του ’70 ένα ισχυρό κράτος πρόνοιας. Μετά την πρώτη ενεργειακή κρίση το 1973 οι οικονομίες των χωρών της ΕΟΚ αρχίζουν να κλυδωνίζονται σοβαρά, με αποτέλεσμα τη σταδιακή αμφισβήτηση της χρηματοδότησης του κράτους πρόνοιας. Οι αναταράξεις αυτές έγιναν πολύ πιο έντονες μετά τη δεύτερη ενεργειακή κρίση, το 1979. Σε αυτές τις συνθήκες κάνει την εμφάνισή της μια νέα σχολή οικονομικής πολιτικής, η σχολή του Σικάγου, με ηγετική μορφή τον Μίλτον Φρίντμαν.
Η σχολή του Σικάγου γίνεται σταδιακά και με επιταχυνόμενο ρυθμό το θεωρητικό υπόβαθρο και ο οδηγός των νεοφιλελεύθερων πολιτικών για όλες τις καπιταλιστικές χώρες, μη εξαιρουμένων και των ευρωπαϊκών. Οι πρωτοπόροι στην εφαρμογή αυτών των πολιτικών ήταν ο Ρόναλντ Ρέιγκαν στις ΗΠΑ και η Μάργκαρετ Θάτσερ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κάποια από τα βασικά σημεία της θεωρίας της σχολής του Σικάγου είναι: Η ελευθερία των αγορών και η ελάχιστη παρέμβαση του κράτους σε αυτές, μείωση των περιορισμών του κράτους στη λειτουργία των επιχειρήσεων. Μη αποδοχή της ισχυρής δημοσιονομικής πολιτικής ως εργαλείου παρέμβασης στην οικονομία μιας χώρας.
Ελάχιστη φορολόγηση των επιχειρήσεων και γενικότερα του πλούτου που παράγεται από το επιχειρείν. Η μέγιστη δυνατή ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών που παρέχονται από το κράτος στους πολίτες.
Πολιτικές εφαρμογής μέτρων λιτότητας, μειωμένο κόστος εργασίας και μειωμένες οικονομικές παροχές προς τους εργαζόμενους.
Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές άρχισαν να παίζουν ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο στις ευρωπαϊκές οικονομίες τη δεκαετία του ’80. Μετά την κατάρρευση όμως των Λαϊκών Δημοκρατιών της Ανατολικής Ευρώπης και της Σοβιετικής Ενωσης τη διετία 1989-1991, ο νεοφιλελευθερισμός κυριάρχησε σχεδόν σε όλο τον κόσμο και στην Ευρώπη φυσικά. Σε αυτό το σημείο είναι επιβεβλημένη μια σύντομη αναφορά στους οικονομικούς γίγαντες της Απω Ανατολής και κυρίως στην Κίνα.
Η Κίνα, με το ιδιαίτερο υβριδικό καθεστώς του ισχυρότατου κεντρικού ελέγχου και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, έχει δημιουργήσει μια πανίσχυρη, άκρως ανταγωνιστική οικονομία που κυριαρχεί στις αγορές και πιέζει περαιτέρω τον δυτικό καπιταλισμό.
Σε αυτό το νεοφιλελεύθερο πολιτικό-οικονομικό πλαίσιο, η μετεξέλιξη της ΕΟΚ, η Ε.Ε., έχει μετατραπεί σε μια υπερεθνική ένωση χωρίς ισχυρά αντίβαρα δημοκρατίας, όπου οι ισχυρές χώρες, η Γερμανία και η Γαλλία, σε γενικές γραμμές κυριαρχούν στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Με τις δυνάμεις της αγοράς κυρίαρχες και ανεξέλεγκτες σε μεγάλο βαθμό, οι δυνατότητες άσκησης κοινωνικής πολιτικής και πολιτικής εμβάθυνσης στην Ε.Ε. είναι περιορισμένες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τωρινή στροφή στην πολεμική βιομηχανία της ευρωπαϊκής οικονομίας προς όφελος κυρίως της Γερμανίας και της Γαλλίας, με αφορμή και όχι αιτία τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Επιστρέφοντας στον τίτλο του άρθρου, μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ότι η Ε.Ε. ως ημιτελές οικοδόμημα βρίσκεται, οιονεί μεταβατικά, μεταξύ της λειτουργίας του εθνικού κράτους και της λειτουργίας μιας ομοσπονδίας. Κλείνοντας, θα ήθελα απλά να τεθούν κάποια ερωτήματα προς διερεύνηση.
Στο ισχύον νεοφιλελεύθερο πλαίσιο και για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, μήπως ο άξονας Γερμανίας – Γαλλίας και οι δυνάμεις της αγοράς πίσω από αυτόν επιδιώκουν τη διατήρηση αυτού του ημιτελούς οικοδομήματος;
Η ευρωπαϊκή Αριστερά, που πιστεύει ακόμη και οραματίζεται την ευρωπαϊκή προοπτική προς όφελος των πολιτών της Ευρώπης και όχι των αγορών, πώς τοποθετείται στρατηγικά σε αυτό το μεγάλο θέμα και τι προτείνει συγκεκριμένα σε αυτή την κατεύθυνση;
Μπορεί μια εξ ευωνύμων προοπτική ολοκλήρωσης της Ε.Ε. να άρει τα σημερινά αδιέξοδα; Νομίζω ότι ήγγικεν η ώρα να ανοίξει ουσιαστικά και όχι αποσπασματικά η συγκεκριμένη δημόσια συζήτηση.
*Εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
