Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένας ουράνιος τόπος που τον έλεγαν Ερεβάν. Αρμένιζε αμέριμνα σαν ένα φασματικό καράβι πάνω στις κορυφογραμμές του αρχέγονου Αραράτ, ένα πανάλαφρο σκάφος σε σχήμα λαούτου. Σύννεφα και Ερεβάν ήταν ένα. Ρόδινη αυγή και Ερεβάν ήταν ένα. Μια άμαξα από αστέρια και Ερεβάν ήταν ένα. Η Λουσίν Φωτεινή και ο Αράμ Ηλίας έσμιγαν μέσα στο χρυσό υφάδι του ηλιοβασιλέματος για μια αιώνια στιγμή και χώριζαν το ξημέρωμα όταν η μέρα έφεγγε το πρώτο της φως. Κι άλλα παιδιά γεννιούνταν και μεγάλωναν εκεί, ώσπου μέσα στους αιώνες το Ερεβάν μεγάλωσε κι έγινε μια μεγάλη χώρα που ονομάστηκε Αρμενία.
Η Αρμενία ήταν εκεί σαν από πάντα, όταν ακόμα ο Θεός αγαπούσε τα ρόδια, το ντουντούκ με τον ένρινο, γλυκό ήχο του, τις κρουστές βερικοκιές, τις νεαρές γυναίκες που στα αμυγδαλωτά τους μάτια αντικατοπτρίζονταν κήποι με ίριδες και ψιθυριστά νερά. Και από τότε πέρασαν χρόνια αμέτρητα, όσα και οι απόγονοι του προγονικού Νώε. Του Νώε που υπήρξε και δεν υπήρξε, που διέσωσε και δεν διέσωσε απ’ τον μεγάλο κατακλυσμό τη φυλή του και όλα τα πλάσματα, φυλάσσοντάς τα σε μια ξύλινη κιβωτό. Του Νώε που έγινε το ιερό, απόλυτο Νώε(οη)μα ή η Επινόηση μιας αληθινής ιστορίας των Αρμενίων.
Γιατί το παραμύθι, ο μύθος ή η μακρινή απήχηση μιας πολύ δυνατής στη σημειολογία της ιστορίας των Αρμενίων ήρθε να νοηματοδοτήσει ιαματικά το οδυνηρό πέρασμά τους μέσα από το συλλογικό τραύμα της γενοκτονίας τους μετά από αιώνες από τους Τούρκους. Γιατί πώς μπορεί ο άνθρωπος να σηκώσει τόση φρίκη; Πώς μπορεί να αντέξει να μην πεθάνει από τόσο πόνο, όταν έχει διασωθεί από την εξόντωση των αγαπημένων του; Πώς θα καταλαγιάσει μέσα του η μνήμη ενός παιδιού που πεθαίνει στην αγκαλιά της μάνας του και είναι σαν να πεθαίνουν μονομιάς όλα τα παιδιά του κόσμου, να σβήνει η ζωή σε όλες τις ορατές και αόρατες φανερώσεις της, από τον αέρα που τον επιμολύνει ο θρήνος και φυσάει ασθμαίνοντας, μέχρι τα σκυλιά που παραστέκουν δακρυσμένα πλάι στα καθημαγμένα σώματα;
Μόνο η άρση ενός κραταιού μύθου, η επίπονη και επίμονη εδραίωσή του στον ερειπωμένο ψυχικό τόπο μπορεί να σπρώξει τον πάσχοντα στην έξοδο προς τη ζωή, μια ζωή που καλείται να αναστήσει ζωή πέρα απ’ τους τάφους, τριαντάφυλλα κατακόκκινα και ροζ χρώμα στους τοίχους, όπως είδα παντού στο ανεπανάληπτο ταξίδι μου σ’ αυτήν τη χώρα.
Η ανθεκτική μελαγχολία των Αρμενίων υφαίνει μαγευτικά χαλιά, φτιάχνει θαυμάσιο μπράντι, φυτεύει ροδιές, τοποθετεί στιβαρές σκαλωσιές στα γερμένα από τη διάβρωση του εδάφους σπίτια της, περιποιείται ακάματα τις εκκλησίες της και τις κυκλικές, ανοιχτές πλατείες της.
Στη Γάζα του 2025 συμβαίνει τώρα μια άλλη γενοκτονία, αυτή των Παλαιστινίων. Συμβαίνει «αυτό» που όταν καλούμαι να το ονομάσω, νιώθω τις λέξεις μέσα μου μαζί με τις σημασίες τους να γλιστράνε σε ένα ιλιγγιώδες λαγούμι, να χάνονται και να θέλουν να θαφτούν κι αυτές κάτω από το ανείπωτο, το άρρητο. Ναι, η ίδια η μητρική μου γλώσσα με πετάει έξω, όλη αυτή η φρίκη δεν μπορεί να περιγραφεί, με αποσβολώνει το αίσθημα ενός άφατου ορίου που δεν πρέπει να παραβιαστεί, σαν να είμαι γυμνή στο κατώφλι του Ναού των Δακρύων και πρέπει επειγόντως να ντυθώ και να γονατίσω πριν τολμήσω να μπω μέσα.
