Η εικόνα ενός παιδιού κάτω από τα ερείπια στη Γάζα, με το χέρι του πατέρα ακόμη να το κρατά, επανέρχεται διαρκώς στην οθόνη μας. Οχι με τη δύναμη μιας είδησης που συγκλονίζει, αλλά με την αμηχανία ενός επαναλαμβανόμενου πλάνου που μοιάζει να έχει πάψει να μας αφορά.
Η φρίκη στη Γάζα δεν αποτελεί πια κάτι νέο. Είναι ρουτίνα. Είναι «σύγκρουση». Είναι «αντίποινα». Είναι «επιχείρηση». Είναι, τελικά, η τεχνική επικάλυψη ενός εγκλήματος με όρους διπλωματίας. Σε έναν κόσμο που λειτουργεί περισσότερο με γνώμονα τη διαχείριση της εικόνας και λιγότερο με την αναγνώριση της ευθύνης, το παιδί της Γάζας δεν είναι πολιτικό γεγονός – είναι πρόβλημα αισθητικής.
Η στάση της ελληνικής κυβέρνησης σε αυτή τη γενοκτονική πραγματικότητα είναι όχι απλώς ουδέτερη, αλλά συστηματικά ψυχρή, σχεδόν απρόσωπη. Η διαρκής επίκληση της «ισορροπίας» και των «ίσων αποστάσεων» δεν μπορεί πια να συγκαλύψει το γεγονός ότι, μπροστά σε έναν βομβαρδισμό αμάχων, η σιωπή είναι στάση. Κι όταν αυτή η σιωπή συνδυάζεται με φωτογραφίες χαμόγελων και δηλώσεις συμμαχίας, παύει να είναι απλώς έλλειμμα ευαισθησίας – γίνεται θέση.
Η Γάζα δεν είναι θέμα που επιδέχεται ουδετερότητα. Δεν είναι σύγκρουση μεταξύ δύο ισότιμων μερών. Είναι κατοχή, αποικιοκρατική επέκταση, διαρκής παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και, πλέον, ένα ανθρωπιστικό έγκλημα σε πραγματικό χρόνο. Οταν ένα κράτος βομβαρδίζει νοσοκομεία, δομές φιλοξενίας προσφύγων και σχολεία, όταν χιλιάδες παιδιά σκοτώνονται σε διάστημα λίγων εβδομάδων, τότε η αποτυχία τού να πάρει κανείς θέση δεν είναι έντιμη απόσταση – είναι ηθική παραίτηση.
Και σε αυτό το τοπίο, η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να συνεχίσει να πορεύεται αμέριμνη. Δεν μπορεί η δημόσια σφαίρα να εξαντλείται στην τελετουργία των «ανθρωπιστικών ανησυχιών». Δεν μπορεί να θεωρείται κανονικότητα το να μετατρέπεται ένα ολοκαύτωμα αμάχων σε υποσημείωση στο δελτίο ειδήσεων.
Αν οι λέξεις «παιδιά» και «μπάζα» εμφανίζονται στην ίδια πρόταση κι εμείς δεν παγώνουμε, έχουμε ήδη χάσει κάτι από την ανθρωπιά μας. Ή και ολόκληρη.
Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι απλώς να «αντιδράσουμε». Είναι να αναγνωρίσουμε πως η σιωπή –όταν οι βόμβες πέφτουν και τα παιδιά θάβονται ζωντανά– είναι η πιο βαθιά συνενοχή. Οχι γιατί μπορούμε να σταματήσουμε τον πόλεμο, αλλά γιατί αν πάψουμε να ονομάζουμε το κακό με το όνομά του, παύουμε να είμαστε κοινωνία.
Κι όταν κάποτε τελειώσουν όλα, κι αυτοί που επιβίωσαν θάψουν όσους δεν πρόλαβαν να γίνουν αναμνήσεις, θα μετρήσουν απουσίες, όχι μόνο εχθρούς.
Και τότε κάποιο παιδί, από αυτά που σώθηκαν επειδή έπεσε λάθος η βόμβα, θα ψάξει το πρόσωπό σου στο πλήθος.
Κι αν σε ρωτήσει «πού ήσουν όταν με σκότωναν;» μην πεις τίποτα. Μόνο κοίταξε τα παπούτσια σου. Αν έχουν ακόμα αίμα, δεν σώζεσαι.
