Κάπου 50 χρόνια πριν έτυχε να παρακολουθήσω στον κινηματογράφο μια ταινία ή ένα ντοκιμαντέρ (δεν θυμάμαι ακριβώς) με θέμα την εξέγερση του γαλλικού λαού μπροστά από το παλάτι των Βερσαλλιών, όπου βασιλιάδες και ανώτερη τάξη ζούσαν μες στη χλιδή και στην αποχαύνωση. Κι εκεί ο λαός, η τρίτη τάξη της γαλλικής κοινωνικής διαστρωμάτωσης, φώναζε συνθήματα διεκδικώντας ελευθερία, ισονομία και ανθρώπινες συνθήκες ζωής. Λόγω του σαματά, ξύπνησε η βασίλισσα Μαρία Αντουανέτα, σύζυγος του Λουδοβίκου του 16ου, μια διεφθαρμένη και διεστραμμένη γυναίκα, που η τύχη της της επιφύλαξε να περάσει λίγο αργότερα απ’ τη λαιμητόμο (γκιλοτίνα) και να μείνει το σώμα της χωρίς το κεφάλι του. Και βγαίνοντας στο μπαλκόνι αντίκρισε με τρόμο ένα μέγα πλήθος να κραυγάζει και να χειρονομεί. Ξαναμπαίνοντας στο παλάτι, ρώτησε -υπνωτισμένη- κάποιον αξιωματούχο τι γυρεύει όλος αυτός ο συγκεντρωμένος όχλος κάτω απ’ τα μπαλκόνια τους και χαλάει την ησυχία των ανακτόρων. Κι εκείνος της απάντησε πως οι άνθρωποι φωνάζουν γιατί δεν έχουν ψωμί να φάνε. Δεν είναι βέβαιο αν του πρότεινε με τη γνωστή ειρωνεία «αφού δεν έχουν ψωμί, ας φάνε παντεσπάνι». Πιο βέβαιο είναι πως όντως ο αξιωματούχος έπιασε διάλογο με το πλήθος και του ζήτησε να γράψουν οι επικεφαλής του σ’ ένα χαρτί ποια είναι τα αιτήματά τους.
Εκείνοι χάρηκαν προς στιγμήν, αλλά αμέσως βρέθηκαν σε αμηχανία. «Δεν έχουμε χαρτί», φώναξαν από κάτω. Κι εκείνος τους καθησύχασε και τους έριξε πακέτα χαρτί. Μα δεν πρόλαβαν πάλι να χαρούν. Και ξαναφώναξαν: «Δεν έχουμε μολύβια». Κανένα πρόβλημα, τους καθησύχασε πάλι εκείνος και τους έριξε μολύβια. Κι ενώ οι άλλοι από κάτω πανηγύριζαν πως επιτέλους ήρθε η ώρα να διαβάσουν και να μάθουν τα αιτήματά τους οι βασιλείς και να τους λυπηθούν, έπεσαν μετά σε μεγάλη κατήφεια. Και ξαναφώναξαν βροντερά: «Δεν ξέρουμε να γράφουμε». Κι εκείνος, ο αξιωματούχος, σήκωσε τους ώμους με νόημα. Κι εκείνοι, ο λαός, διαλύθηκε με αισθήματα απογοήτευσης και ενοχής.
Πέρασαν πολλά χρόνια από την εξέγερση του γαλλικού λαού και την επανάσταση του 1789. Και αρκετά χρόνια από την εξέγερση του ελληνικού λαού και την ανατροπή της εγχώριας δικτατορίας 1967-1974, όταν ξεκίνησαν να προβάλλονται στις οθόνες ταινίες με τέτοιο περιεχόμενο. Μα τούτο το θέμα διατηρεί τη διαχρονικότητά του και την επικαιρότητά του. Και δεν λείπει βέβαια στις μέρες μας ούτε το χαρτί ούτε το μελάνι, αν και σήμερα έχουν καταργηθεί τα εργαλεία αυτά και οι συνθήκες απαιτούν άλλα σύγχρονα μέσα.
Αλλά, σε κάθε περίπτωση, η βολική λύση για το κατεστημένο είναι ο αναλφαβητισμός! Ο οποίος έχει πολλά πρόσωπα και πολλές εκδοχές. Κι εκείνο που φέρνει σοβαρή ανησυχία, πέραν του λειτουργικού αναλφαβητισμού, είναι ο πολιτικός αναλφαβητισμός. Το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα γνωρίζει καλά τι σημαίνει να παραμένει αναλφάβητος ο λαός. Και ξέρει επίσης πολύ καλά πώς μπορεί να το κατορθώνει αυτό. Εχει στα χέρια του σημαντικούς μηχανισμούς. Μια ομοβροντία μηνυμάτων είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να εκτιναχτεί με το πάτημα ενός κουμπιού και να ενσφηνωθεί στην ψυχή του αδαούς και ανυπεράσπιστου ψηφοφόρου.
Ο μέσος πολίτης δεν διαβάζει. Βλέπει κείμενα μηχανικά στην οθόνη. Κι είναι πράγμα σπάνιο να τα κατανοήσει. Και φυσικά δεν τον νοιάζει. Τον νοιάζουν οι τίτλοι που καταγράφονται εντός του σαν συνθήματα. Και μιλά με συνθήματα, όπως του τα έχουν ετοιμάσει οι διάφορες ομάδες. Κι όποιος ιδιαίτερα νιώθει πως ανήκει σε ένα κόμμα, θεωρεί χρέος του να μαθαίνει ό,τι λέει το κόμμα του. Και όταν το λέει το κόμμα και το επαναλαμβάνει, θα πει πως αυτό είναι η αλήθεια. Αλλά έχει φροντίσει το κόμμα να στήσει και διάφορες ομάδες, έτσι που εύκολα να αναβαπτίζουν το ψέμα και να το κάνουν αλήθεια. Γιατί είναι άλλο να το λέει ένας πολιτικός, για τον οποίο υπάρχει πάντα μια αμφιβολία περί της ειλικρίνειάς του, κι άλλο να το λέει μια ομάδα που ξέρει από αλήθειες και τις αποκαλύπτει αβίαστα χωρίς να προσβλέπει κάπου!
Κι αφού, λοιπόν, το κόμμα και οι ομάδες του λένε πως η τάδε ή ο τάδε υποκρίνονται και κάνουν ό,τι κάνουν για σκοπούς αλλότριους, θεωρεί χρέος του να επαναλαμβάνει κι αυτός ό,τι λέει το κόμμα του, βέβαιος πως έτσι πρέπει να ’ναι. Γιατί το σύστημα γνωρίζει πως ο πολιτικά αναλφάβητος μασάει αμάσητο ό,τι εκείνο του δίνει. Και γνωρίζει, επίσης, πως έχει ανάγκη από τροφή. Και του τη δίνει αφειδώς με όλα τα μέσα που διαθέτει για να έχει το κεφάλι του ήσυχο και να συνεχίζει να νέμεται αδιατάρακτα τον πλούτο του κόσμου. Αν το μυαλό είναι ο στόχος του συστήματος, όσοι δεν βολεύονται με αυτό το σύστημα μήπως θα πρέπει να συσπειρωθούν για να μην καταντά το μυαλό ένα άδειο κουτί που το γεμίζουν οι πληρωμένοι κήρυκες με κάθε λογής σκουπίδια;
*Φιλόλογος, συγγραφέας
