«The past is never dead.
It’s not even past»
W. Faulkner Requiem for a nun
Εδώ και λίγους μήνες παρακολουθώ με ενδιαφέρον όπως και η υπόλοιπη Θεσσαλονίκη αλλά και ολόκληρη η Ελλάδα το τραγικό εύρημα της ομαδικής ταφής των εκτελεσμένων του Εμφυλίου που εντοπίστηκαν κατά την ανάπλαση πλατείας πολύ κοντά στο Επταπύργιο. Το ενδιαφέρον μου προκύπτει από την επαγγελματική μου ενασχόληση με την αρχαιολογία αλλά και από τα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα για την υλικότητα του πρόσφατου παρελθόντος.
Πληροφορήθηκα το γεγονός από τον Τύπο όταν εντοπίστηκε ο ομαδικός τάφος με τους 13 σκελετούς. Στη συνέχεια έμαθα ότι είχε προηγηθεί, χωρίς να γίνει ευρέως γνωστό, ο εντοπισμός και άλλων τάφων, με αποτέλεσμα να έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα 34 σκελετοί. Το θέμα έλαβε μεγάλη δημοσιότητα στον Τύπο και στο διαδίκτυο, ενώ το σημείο επισκέφθηκαν εκπρόσωποι και μέλη του ΚΚΕ, κομμάτων της Αριστεράς, συλλογικοτήτων, αλλά και μεμονωμένοι πολίτες. Το συγκινητικότερο ήταν η παρουσία και το ενδιαφέρον συγγενών και απογόνων εκτελεσμένων που σχεδόν 80 χρόνια μετά αναζητούν τους ανθρώπους τους. Από την αρχή τέθηκε θέμα από τον Δήμο Συκεών αλλά και από το ΚΚΕ για τη συγκέντρωση δειγμάτων DNA συγγενών και απογόνων εκτελεσμένων του Εμφυλίου με στόχο την πιθανή ταύτιση των νεκρών. Η συζήτηση που έχει ανοίξει καθώς και το ενδιαφέρον που έχει προκαλέσει σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, παρότι αγγίζει συλλογικές και ατομικές τραυματικές μνήμες και αναμοχλεύει ένα σχετικά πρόσφατο συγκρουσιακό και τραγικό παρελθόν που πολλοί, ανάμεσά τους και η κυβέρνηση, θα προτιμούσαν να παραμείνει θαμμένο, αποτελεί μια θετική εξέλιξη για τη διαχείριση της μνήμης της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου στη χώρα.
Ενα ερώτημα όμως που προκύπτει και θα ήθελα να αναπτύξω σε αυτό το σημείωμα είναι ποιος είναι ο ρόλος της ελληνικής αρχαιολογίας σε αυτή την ιστορία. Αφορμή για το κείμενο στάθηκε η πρόσφατη (14/5/25) επίσημη απάντηση της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη σε ερώτηση που της τέθηκε στη Βουλή από την Κυριακή Μάλαμα. Η βουλεύτρια προέτρεψε το υπουργείο να συνδράμει με όλα τα μέσα την ολοκλήρωση της ανασκαφής. Η υπουργός, στην απάντησή της, ουσιαστικά μετέφερε τη θέση της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης. Η απάντηση της ΕΦΑΠΟΘ, πέρα από μνημείο κυνισμού και γραφειοκρατικής αποστασιοποίησης, είναι και επιστημονικά απαράδεκτη. Είναι γεγονός ότι σε ένα υπηρεσιακό έγγραφο δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για συναισθηματισμούς και για έναν λόγο ανθρώπινο.
Ωστόσο, το ύφος και η τυπολατρία της απάντησης δεν συνάδουν με μια ανθρωπιστική επιστήμη. Παραθέτω ένα απόσπασμα από την απάντηση: Κατά τις εργασίες δεν εντοπίστηκαν νεότερα στρώματα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος παρά μόνο ομαδικοί τάφοι με 34 νεκρούς, οι οποίοι ανήκουν σε ταφές νεότερων χρόνων (20ού αι.) και ως εκ τούτου δεν συνιστούν αρχαιολογικό εύρημα. Η Εφορεία παρακολουθεί τη συνέχεια της εκτέλεσης του έργου από τον Δήμο Συκεών και εάν διαπιστωθεί η εύρεση αρχαιοτήτων, θα προχωρήσει σε όλες τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ενέργειες, σύμφωνα με τον ν. 4858/2021. Το ΥΠΠΟ, κρυπτόμενο πίσω από τον αρχαιολογικό νόμο που καθορίζει τι θεωρείται αρχαιολογικό εύρημα και τι όχι, αποποιείται κάθε ευθύνη -που πιστεύω ότι έχει- για ένα τόσο συγκλονιστικό και σημαντικό εύρημα. Το υπουργείο και η ΕΦΑΠΟΘ φαίνεται να αγνοούν ή να αδιαφορούν για τον ρόλο που διαδραμάτισε και διαδραματίζει η αρχαιολογία σε παρόμοια θέματα σε χώρες του εξωτερικού. Εδώ και δεκαετίες στην αρχαιολογία υπάρχει ξεχωριστός κλάδος που λέγεται Αρχαιολογία των Ομαδικών Ταφών (Mass Graves Archaeology) ή Ιατροδικαστική Αρχαιολογία (Forensic Archaeology). Ξεκίνησε αμέσως μετά τον Β’ Π.Π. από τον στρατό των ΗΠΑ, χωρίς όμως να συστηματοποιηθεί. Μετά την πτώση της δικτατορίας του Βιντέλα στην Αργεντινή, κατόπιν πίεσης που ασκήθηκε από συγγενείς αγνοουμένων, το 1983, ξεκίνησε η έρευνα ομαδικών τάφων. Η Argentine Forensic Anthropology Team (EAAF) εισήγαγε την ανασκαφική μεθοδολογία και την ιατροδικαστική αρχαιολογία.
Οι λόγοι, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, διερεύνησης ομαδικών τάφων είναι τρεις: ανθρωπιστικοί, νομικοί (corpus delicti) και ιστορικοί. Οι εντολείς είναι συνήθως επιτροπές αλήθειας, τοπικά και διεθνή δικαστήρια, διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οργανώσεις συγγενών και οικογενειών. Αρχαιολόγοι έχουν συνδράμει σε έρευνες ομαδικών τάφων σε περισσότερες από 40 χώρες σε όλο τον κόσμο. Αναφέρω ενδεικτικά: Γουατεμάλα, Περού, Γιουγκοσλαβία, Ελ Σαλβαδόρ, Ιρακινό Κουρδιστάν, Ρουάντα, Κύπρος. Η χώρα όπου ο κλάδος αυτός της αρχαιολογίας έχει αναπτυχθεί περισσότερο είναι η Ισπανία με τους εκατοντάδες ομαδικούς τάφους και τους χιλιάδες νεκρούς αγνοούμενους από την περίοδο του Εμφυλίου (1936-1939). Οι λόγοι που αρχαιολόγοι καλούνται διεθνώς να συνδράμουν αυτές τις έρευνες είναι ακριβώς λόγω της επιστημονικής μεθοδολογίας που ακολουθείται σε μια ανασκαφή. Ο χώρος μιας ομαδικής ταφής είναι ένας χώρος τραγικός που επιβάλλει τον σεβασμό μας. Παρ’ όλα αυτά, δεν παύει να είναι ένας αρχαιολογικός χώρος ο οποίος ανεξαρτήτως περιόδου και αρχαιολογικής νομοθεσίας αποτελεί πεδίο σημαντικών πληροφοριών που αν δεν αποκαλυφθούν, καταγραφούν, συλλεχθούν και μελετηθούν με επιστημονική λεπτομέρεια και μέθοδο, πολλά πολύτιμα στοιχεία θα χαθούν. Ακόμη και το θέμα της ταύτισης των νεκρών δεν περιορίζεται στο DNA το οποίο αποτελεί ένα μέρος της έρευνας και σε καμία περίπτωση το μοναδικό.
Η διαδικασία της ταύτισης ξεκινάει από την ανασκαφή με την προσεκτική συλλογή από ειδικούς των στοιχείων που βρίσκονται στο χώμα. Είναι σημαντικό τα ευρήματα, είτε είναι ανθρώπινα κατάλοιπα είτε αντικείμενα, να αποκαλυφθούν με τον ενδεδειγμένο τρόπο, να αποτυπωθούν, να σχεδιαστούν και να φωτογραφηθούν όπως ακριβώς επιβάλλει η αρχαιολογική μεθοδολογία. Το χρέος λοιπόν της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας είναι να αναλάβει πλήρως τη συγκεκριμένη έρευνα αλλά και όσες προκύψουν ενδεχομένως στο μέλλον, τώρα που άνοιξε αυτή η συζήτηση, συνεισφέροντας με τα εργαλεία της στην αποκατάσταση της μνήμης των ανθρώπων αυτών που χάθηκαν άδικα, αλλά και στην επαναδιαπραγμάτευση του πρόσφατου παρελθόντος της χώρας. Ισως με αυτόν τον τρόπο η αρχαιολογία στην Ελλάδα αποδείξει επιτέλους τον πραγματικό κοινωνικό της ρόλο στο παρόν.
*Αρχαιολόγος
