Η βαθιά κρίση πολιτικής εκπροσώπησης και νομιμοποίησης της αντιπροσώπευσης στη χώρα μας, αυτών των θεμελίων της δημοκρατίας, που απορρέει από τη ριζική διαίρεση που χαρακτηρίζει το πολιτικό πεδίο μεταξύ των επαγγελματιών της παραγωγής πολιτικού λόγου και αυτών που δεν είναι σε αυτή τη θέση, σε συνδυασμό με τις επιδράσεις από τη χρόνια και θεσμοθετημένη ανασφάλεια που παράγει και σε μας το καθεστώς του παγκόσμιου οικονομικού πεδίου, επιτρέποντας την παραγωγή ενός νέου είδους ανθρώπου, του οπορτουνιστή, οδήγησε, εδώ και καιρό, ένα μεγάλο τμήμα των πολιτών της χώρας μας να αιωρείται ανάμεσα σε τρεις βασικές στάσεις: έναν συντηρητισμό, συχνά με ακραίες κοινωνικές εκφάνσεις, μια πολιτική απάθεια με έντονες απο-κοινωνικοποιημένες πρακτικές, και μια δυναμική εξέγερσης, έκρηξης, ανατροπής, που δεν έχει ακόμα βρει τα εκφραστικά της μέσα και, κυρίως, δεν έχει βρει τους όρους οργάνωσής της.
Το γεγονός πως οι οικονομικοί καταναγκασμοί αφήνουν, πράγματι, μικρό περιθώριο ελευθερίας στις πολιτικές επιλογές δεν πρέπει να λειτουργήσει, σε καμία περίπτωση, ως πολιτικό και κοινωνικό άλλοθι στην τάση του πολιτικού πεδίου να κλείνεται στον εαυτό του, να μονοπωλεί την παραγωγή των πολιτικών ζητημάτων, να δημιουργεί ταυτόχρονα την προσφορά και τη ζήτηση της πολιτικής. Ολα μας πείθουν πως η πολιτική θα ήταν τελείως διαφορετική και οι πολιτικές πολύ πιο αποτελεσματικές αν ο κάθε πολίτης ήταν πεπεισμένος ότι έχει το δικαίωμα να πάρει στα χέρια του τις πολιτικές του υποθέσεις, να αισθανθεί και να αναγνωριστεί αρμόδιος για τη διατύπωση των δικών του ζητημάτων.
Ας θυμηθούμε πάλι τα αυτονόητα. Η κρίση εκπροσώπησης, που είναι η αιτία της σημερινής απαξίωσης της πολιτικής, συνδέεται απολύτως στενά με την οργανωτική λογική των μαζικών κομμάτων και, κυρίως, με αυτή την κοινωνική τεχνολογία που εφευρέθηκε για να διασφαλιστεί, επί της αρχής, η επικοινωνία μεταξύ της βάσης και των ηγετών της, και η οποία, στην πραγματικότητα, κατέληξε να διασφαλίζει, μέσω του ελέγχου των κομματικών «πραγμάτων» (προγραμμάτων, πλατφορμών, συνεδρίων, επιτροπών, υποεπιτροπών…), την (ανα)παραγωγή του κομματικού μηχανισμού και των ιθυνόντων του. Ετσι, τα πολιτικά κόμματα τα οποία δημιουργήθηκαν με σκοπό να λειτουργήσουν ως εργαλεία στον αγώνα για την ατομική και συλλογική απελευθέρωση κατέληξαν να λειτουργούν ως εργαλεία κυριαρχίας, κυρίως μέσω της συμβολικής βίας η οποία ασκείται στο εσωτερικό τους και μέσω αυτών σε αυτούς που οφείλουν την ύπαρξή τους, στους εντολείς τους, στους πολίτες.
Αν θέλουμε να ξεπεράσουμε να παραλυτικά αποτελέσματα της εμπειρίας της απομάγευσης της πολιτικής, που ακινητοποιεί όλο και περισσότερο κόσμο, είναι αναγκαίο να ασκηθεί μια ριζοσπαστική κριτική: από τη μια μεριά, στους σημερινούς τρόπους επεξεργασίας της έκφρασης των συλλογικών θελήσεων, προκειμένου να προσανατολιστούμε προς νέες μορφές κινητοποίησης και πολιτικού στοχασμού· από την άλλη μεριά, στο ύφος της πολιτικής ζωής, με στόχο την αλλαγή της οργάνωσης και παραγωγής του πολιτικού λόγου, αρχίζοντας βέβαια από την ίδια τη μηχανική πολιτική γλώσσα και το χρεοκοπημένο στερεοτυπικό πολιτικό λεξιλόγιο, που λειτουργούν, ταυτόχρονα, ως μέσα έκφρασης αλλά και αποτελεσματικής λογοκρισίας, καθώς αποπραγμοποιούν αυτό που δηλώνουν και εμποδίζουν να ειπωθεί και να νοηθεί ένα ολόκληρο σύμπαν πραγμάτων που άλλα βιοτικά ύφη και τρόποι έκφρασης θα μπορούσαν να διατυπώσουν. Η αλλαγή της πολιτικής ζωής, όπως και της ίδιας της ζωής, προϋποθέτει αναγκαστικά και την αλλαγή του τρόπου να μιλάμε και να σκεφτόμαστε για αυτήν.
Ο σημερινός πολιτικός αποπροσανατολισμός των πολιτών αποτελεί τον δείκτη της αναζήτησης μιας πολιτικής που θα στοχεύει να δώσει τον λόγο σε όλους τους πολίτες, τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στην παραγωγή του πολιτικού λόγου και της πολιτικής δράσης, να αισθανθούν νόμιμοι και αρμόδιοι να ασχοληθούν με τα πολιτικά πράγματα, με τα πραγματικά τους προβλήματα, εξαναγκάζοντας τους πολιτικούς να διευκολύνουν καινοτόμες μορφές πολιτικής οργάνωσης, συμμετοχής και έκφρασης.
Είναι καιρός, μαζί με τα μακροπολιτικά ζητήματα, οι πολιτικοί να υποχρεωθούν να ασχοληθούν με τον καθημερινό αγώνα των ανθρώπων, με τις εμπειρίες, μεταξύ πολλών άλλων, ταπείνωσης, μνησικακίας, λεκτικής βίας, κοινωνικής αδιαφορίας, κοινωνικής δυσανεξίας, ….., όλων αυτών των κοινωνικών παθών που γνωρίζουν και υφίστανται οι καθημερινοί πολίτες και των οποίων το διακύβευμα είναι, πολύ συχνά, η διασφάλιση της αξιοπρέπειάς τους. Η επαναφόρτιση της πολιτικής ζωής χρειάζεται περισσότερη φαντασία και περνά μέσα από την πολιτική αξιοδότηση όλων αυτών των «ανθρωπάκων» οι οποίοι έχουν εγκαταλειφθεί από την πολιτική ιδεολογία του «μεταφυσικού ατομισμού» που μας κυβερνά στη λογική της αυτοβοήθειας· μέσα από την ικανοποίηση της συλλογικής αξίωσης να γίνει γνωστό το καθολικό δικαίωμα στον πολιτικό λόγο, σε έναν λόγο ικανό να διασφαλίσει την ανάδυση ενός ολόκληρου συλλογικού κοινωνικού απωθημένου.
*Καθ. Κοινωνιολογίας, ΕΚΠΑ
