Τις επόμενες μέρες αναμένεται να ψηφιστεί από την ελληνική Βουλή το σχέδιο νόμου για να ξεκινήσει η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ) να επενδύει στην Ελλάδα.
Η ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων για την πρόσβασή τους σε ρευστότητα και των συνεργειών του ιδιωτικού τομέα σε έργα υποδομής και ενέργειας είναι κάποιοι από τους κύριους στόχους της. Θα είναι λοιπόν το επόμενο διάστημα πολύ ενδιαφέρουσα η συζήτηση που θα ανοίξει μεταξύ της κυβέρνησης και της ΕΤΑΑ αναφορικά με τα έργα τα οποία η τελευταία θα χρηματοδοτήσει.
Μπορεί ο σαραντάχρονος πρωθυπουργός, που λίγους μήνες νωρίτερα απέφυγε το Grexit, να έχασε την ευκαιρία στο ετήσιο συνέδριο του «Clinton Global Initiative», ανάμεσα σε δεκάδες προσωπικότητες της διεθνούς πολιτικής και επιχειρηματικής σκηνής, να σπείρει στη διεθνή κοινότητα την ελπίδα και την προοπτική για δημιουργία μέσα στην Ελλάδα της κρίσης, να μιλήσει για την πατρίδα του, που αντιμετωπίζει τα προβλήματά της και αλλάζει.
Μπορεί να μην κατάφερε να αποτινάξει την εικόνα ενός άπειρου πολιτικού, που ανήλθε στην εξουσία χρησιμοποιώντας έναν κούφιο λαϊκισμό ως εναλλακτική λύση απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό της Ευρώπης.
Με αφορμή όμως την έναρξη των δραστηριοτήτων της ΕΤΑΑ στη χώρα μας, έχει άλλη μια σημαντική ευκαιρία να παρουσιάσει το δικό του όραμα για την ανάπτυξη της εγχώριας επιχειρηματικότητας. Να εμφανίσει την εικόνα ενός στιβαρού και σοβαρού ηγέτη, κόντρα σε αυτή του απροετοίμαστου, ασπαζόμενου τη δημιουργική ασάφεια πρωθυπουργού, που πότε αναζητά τον κίτρινο φάκελο στο τραπέζι των κρίσιμων διαπραγματεύσεων και πότε ζητά από τον λαό να του δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν έχει ούτε ο ίδιος ξεδιαλύνει.
Το σχέδιο για τη συγκρότηση ενός «αναπτυξιακού κράτους» είναι η μεγάλη πρόκληση των επόμενων ετών, που προϋποθέτει την απαγκίστρωσή μας από την αναμονή για την υλοποίηση του μνημονίου. Το πρόγραμμα χρειάζεται να εφαρμόζεται με κοινωνική δικαιοσύνη και πρόνοια, αλλά παράλληλα απαιτείται η προώθηση πολιτικών που θα δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη.
Το «ελληνικό θαύμα» μπορεί να πάρει σάρκα και οστά μέσα από μια τεκμηριωμένη και σύγχρονη βιομηχανική πολιτική. Ετσι μόνο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η δημιουργία της θέσης του υφυπουργού Βιομηχανίας σε μια χώρα που πόρρω απέχει απ’ αυτήν.
Η έναρξη των δραστηριοτήτων της ΕΤΑΑ μπορεί να αποφέρει θετικά αποτελέσματα, αν και σε επίπεδο συμβολισμών η παρουσία της στην Ελλάδα για κάποιους εκλαμβάνεται ως υποβάθμιση, αφού η χώρα μας από μέτοχος γίνεται πιστολήπτρια. Η κυβέρνηση του «πρώτη φορά Αριστερά» οφείλει να δημιουργήσει το πλαίσιο για την ανάπτυξη του δευτερογενούς τομέα, χωρίς ωστόσο να θέτει εμπόδια στην ιδιωτική πρωτοβουλία και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.
Μπορεί να το πετύχει ακολουθώντας επιτυχημένα παραδείγματα άλλων χωρών, προσαρμοσμένα βεβαίως στις ιδιαίτερες κοινωνικές, γεωγραφικές και οικονομικές συνθήκες της χώρας μας.
Για παράδειγμα, με την ίδρυση της πολυαναμενόμενης εθνικής αναπτυξιακής τράπεζας, η οποία όμως θα έχει στόχο όχι μόνο τη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αλλά κυρίως την προώθηση επενδύσεων σε υψηλού ρίσκου αλλά και υψηλών αποδόσεων έρευνα και ανάπτυξη («high risk-high gain»), σε καινοτόμες startup επιχειρήσεις, την ανάπτυξη συστημάτων καινοτομίας, αλλά και τη δικτύωση των ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς αγορές.
Εχουμε τα ιστορικά παραδείγματα για το πώς μια τέτοια τράπεζα θα μπορούσε να συμβάλει στην οικονομική μεγέθυνση: η Βιομηχανική Αναπτυξιακή Τράπεζα στον Καναδά (1944), η KfW στη Γερμανία (1948), η Τράπεζα Εισαγωγών-Εξαγωγών στην Ιαπωνία (1950) και αρκετές άλλες σε χώρες που έμπαιναν σε τροχιά ανασυγκρότησης. Η συνεργασία ανάμεσα στη βιομηχανία και τα πανεπιστήμια, μέσα από ένα ρυθμιστικό πλαίσιο, είναι ακόμη μια πολιτική που μπορεί να μετατρέψει ένα υψηλού επιπέδου επιστημονικό προϊόν σε δύναμη καινοτομίας που να δημιουργεί πλούτο.
Υπάρχουν αναπτυσσόμενοι κλάδοι στους οποίους η Ελλάδα, μέσα από συνέργειες του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, έχει τις δυνατότητες να πρωταγωνιστήσει, όπως είναι η βιοτεχνολογία, η νανοτεχνολογία και η πράσινη ενέργεια.
Η τεχνολογική εκπαίδευση και τα συστήματα κατάρτισης είναι ακόμη δύο εργαλεία στα οποία το κράτος χρειάζεται να εστιάσει ώστε να σχηματιστεί και το κατάλληλα εξοπλισμένο ανθρώπινο δυναμικό. Καλές πρακτικές μπορούμε να βρούμε ακόμη και σε ορισμένες ελληνικές επιχειρήσεις, που παρά το δυσμενές περιβάλλον στο οποίο λειτουργούν, μέσα από την καινοτομία και την εξωστρέφεια, κατορθώνουν να έχουν αξιόλογη διεθνή παρουσία.
Η κυβέρνηση οφείλει να κατανοήσει νωρίς ότι όσο και να ενισχύσει το κράτος πρόνοιας και τους θεσμούς του, αυτό δεν θα μπορέσει να γίνει βιώσιμο αν δεν υπάρχει μια παραγωγική οικονομία από πίσω που να γεννά πλούτο και να δημιουργεί τα φορολογικά έσοδα προκειμένου να χρηματοδοτεί αναδιανεμητικές πολιτικές. Οσο δε για την ανάπτυξη, αυτή θα παραμένει αναιμική όσο θα κυριαρχούν οι επιδοτήσεις, τα δάνεια με ευνοϊκούς όρους και οι φοροελαφρύνσεις, που λειτουργούν μόνο ως τονωτικές ενέσεις.
Γι’ αυτό είναι κρίσιμο οι υπουργοί του κ. Τσίπρα, με αποφασιστικότητα, να κινηθούν για τη διαμόρφωση δυναμικών δικτύων που να συγκεντρώνουν διαφορετικούς φορείς του δημόσιου τομέα, να ζητήσουν και να καλωσορίσουν τη δημιουργική συνεργασία του ιδιωτικού τομέα προκειμένου να δώσουν το εναρκτήριο λάκτισμα σε μια εθνική στρατηγική για την ανάπτυξη. Ισως αυτό το σχέδιο να καταφέρει να αποκτήσει εθνικό χαρακτήρα και να αποτελέσει το καλύτερο ισοδύναμο μέτρο.
* υποψήφια δρ Πανεπιστημίου Κρήτης με ειδίκευση σε θέματα ανάπτυξης
