ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Γιαννουλόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ως γνωστό, μια χαρακτηριστική κίνηση στη σκακιέρα των διαπραγματεύσεων είναι να διογκώνουμε τις απαιτήσεις μας πριν αρχίσει το παζάρι και στη συνέχεια να υποχωρούμε σε ένα σημείο για να κερδίσουμε κάτι ως αντίτιμο από τους συνομιλητές μας. Οι οποίοι κάνουν ακριβώς το ίδιο. Γι’ αυτό το τελικό αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι χειρότερο από τις εναρκτήριες εξαγγελίες των δύο πλευρών. Με απλά λόγια, στις διαπραγματεύσεις με το ένα χέρι δίνεις και με το άλλο παίρνεις.

Θεωρώντας δεδομένο ότι τα παραπάνω ισχύουν, θα επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε τον διάλογο Ελλάδας – Τουρκίας που συνεχίζεται με αργά και μέχρι στιγμής σταθερά βήματα. Ισως, θα έλεγε κανείς, επειδή το ζητούμενο είναι η καλή ατμόσφαιρα -διόλου ασήμαντο- και όχι προτάσεις που άπτονται της ουσίας.

Το πώς βλέπουν οι Τούρκοι, κυβέρνηση και πολίτες, το όλον θέμα δεν το γνωρίζω. Στα καθ’ ημάς όμως θα χαρακτήριζα τα μαντάτα μάλλον ανάμεικτα. Δηλαδή και ενθαρρυντικά και δυσοίωνα. Αρχίζοντας από τα πρώτα, η άποψη ότι οι διαπραγματεύσεις απαιτούν υπομονή, σύνεση και σοβαρότητα ακούγεται ολοένα και πιο συχνά, ενώ παράλληλα οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειονότητα των ερωτηθέντων μάλλον βλέπει με καλό μάτι το ενδεχόμενο μιας ρύθμισης που θα εξομάλυνε τις σχέσεις με τη γείτονα και, ποιος ξέρει, θα μπορούσε να φτάσει μέχρι τη συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο.

Υπάρχουν όμως και τα προβλήματα. Τα οποία είναι δύο ειδών. Το πρώτο και πιο εμφανές το ανέσυρε στην επιφάνεια η παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά, με αποτέλεσμα τη διαγραφή του από τη Νέα Δημοκρατία. Στόχος του ήταν να ενεργοποιήσει τα βαθιά ριζωμένα σοβινιστικά ανακλαστικά των πολλών που θεωρούν αυτονόητο ότι εμείς έχουμε πάντα δίκιο, ότι οι ξένοι μάς επιβουλεύονται και ότι οι Τούρκοι διαχρονικά μας ζηλεύουν και ταυτόχρονα μας απειλούν. «Τούρκοι είναι, τι περιμένεις;». Η αφήγηση αυτή συνοδεύεται από μια ανάγνωση της ιστορίας από την οποία έχουν εξαλειφθεί όσα δεν μας συμφέρουν. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα το Κυπριακό. Πόσοι γνωρίζουν ότι το σχέδιο Ανάν, που θα έλυνε το πρόβλημα, έγινε δεκτό από τους Τουρκοκύπριους και απορρίφθηκε από τους Ελληνοκύπριους; Ή, για να θυμηθούμε μια άλλη πονεμένη ιστορία, πόσο μας έχει προβληματίσει η ομαδική παράκρουση με αφορμή το Μακεδονικό. Το οποίο μια ωραία πρωία εξέλιπε χωρίς να ανοίξει μύτη. Εδώ ταιριάζει η γνωστή ρήση ότι όποιος δεν διδάσκεται από την ιστορία είναι καταδικασμένος να την επαναλάβει.

Θα ήθελα να επισημάνω και κάτι άλλο που θα επηρεάσει τη στάση μας, πολύ πιο μπλεγμένο και πιο σημαντικό: το πώς μια ενδεχόμενη πρόοδος στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία θα ενταχθεί στο πλαίσιο της κόντρας μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Ο λόγος είναι απλός. Η εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία ενδέχεται να διαβαστεί σε αντιπαράθεση με τη λύση του Μακεδονικού από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με τη Νέα Δημοκρατία στον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ολοι ξέρουμε τι συνέβη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης όχι μόνο διαφώνησε με τη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά προσπάθησε να την αποτρέψει με λαοσυνάξεις ανά την επικράτεια που απέτυχαν παταγωδώς. Δεν ξέρω πώς τελικά θα τον κρίνει η Ιστορία, αλλά πιστεύω ότι αυτή ήταν η πιο ανεξίτηλα μελανή σελίδα της πολιτικής σταδιοδρομίας του.

Σήμερα όμως οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Η Αριστερά, ως αντιπολίτευση, αντιμετωπίζει το δίλημμα που επέβαλε τότε ως κυβέρνηση με τη λύση του Μακεδονικού. Δηλαδή είτε να συμπλεύσει με την κυβέρνηση αποδεχόμενη τη βελτίωση των σχέσεων με την Τουρκία ή να καταγγείλει τη Νέα Δημοκρατία ως εθνικώς μειοδοτούσα καταφεύγοντας στην εθνικιστική ρητορική, την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ είχε το θάρρος να αψηφήσει για να βάλει τέλος στην εθνικιστική παράνοια των μακεδονομάχων.

Απάντηση υπάρχει και θα τη χαρακτήριζα προφανή: η Αριστερά να αντισταθεί στον πειρασμό να πάρει το αίμα της πίσω και να συμβαδίσει με την κυβέρνηση στο συγκεκριμένο θέμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, διατηρώντας στο ακέραιο το δικαίωμα να συνεχίσει το πυρ ομαδόν σε όλα τα υπόλοιπα. Αυτό όμως αντιβαίνει στο είδος της αντιπολίτευσης που ασκεί η Αριστερά σήμερα. Η οποία δεν περιορίζεται στην κριτική των πεπραγμένων του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά στη δαιμονοποίησή του. Με άλλα λόγια, όταν η αριστερή αντιπολίτευση τον αντιμετωπίζει ως το απόλυτο κακό, δεν μπορεί εξ ορισμού να δεχτεί ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να κάνει κάτι που θα αποδειχτεί ορθό και εθνικά επωφελές. Ή, για να χρησιμοποιήσω την τρέχουσα ορολογία, με τη λογική αυτή οποιαδήποτε ανοχή της κυβέρνησης υποβιβάζει την Αριστερά στην κατηγορία της «συναινετικής αντιπολίτευσης».

Μερικές φορές η εξύμνηση της αγωνιστικότητας και τα μεγάλα λόγια δεν προμηνύουν την επερχόμενη ανατροπή, αλλά αποκρύπτουν την αδυναμία και την απόγνωση.