Πεθαίνουνε οι παιδικοί ήρωες των πατεράδων μας, τα φαντασιακά απωθημένα των μανάδων μας, οι λαϊκοί και ένδοξοι σηματοδότες μιας θρυλικής εποχής, σεμνής μέσα στη λάμψη της και λαμπερής μες στη σεμνότητά της, και εμείς καλούμαστε αντίστροφα να περιθάλψουμε τη λύπη τους, αποδεικνύοντας ότι η γονικότητα αλλάζει φρουρά και χέρια.
Παραφράζοντας τον Γκαλεάνο, κάθε φορά που μια δική μας, προσωπική και μνημειώδης ανάμνηση ξεκολλάει από τη σίγουρη αγκαλιά του παρελθόντος για να γίνει ένα ξερακιανό κομμάτι ενθύμησης που πλέον δεν θα συνοδεύεται από τη μεγαλειώδη απτότητα της ύπαρξης, νιώθω ότι απομένουμε μόνοι και καταδικασμένοι να παρακολουθούμε το παιχνίδι της ζωής από μακριά.
Υπόκωφοι συμβολισμοί φυτρώνουν στο γρασίδι των «γκολ ποστ». Δεν είναι εύκολη η δουλειά του τερματοφύλακα. Η απομόνωση, η μοναξιά, η ερημιά και η θλίψη του τερματοφύλακα, συναισθήματα περισσότερο οικεία σε μας που δεν γευτήκαμε ποτέ τη θούρια χαρά της επίτευξης κάποιου γκολ, ταυτίζονται με τις ανήδονες στιγμές του «γκολκίπερ» αλλά και τη στυφή θνητότητα της ύπαρξης, η οποία συνεχίζει την πορεία της δίχως ηρωικές απολαβές και ανατρεπτικές αφηγήσεις. Ακόμα κι αν αγαπήσαμε τον τερματοφύλακα που σημάδεψε μια περασμένη εποχή η οποία έφτασε στ’ αυτιά μας από τις διηγήσεις των μεγάλων, ακόμα κι αν παραδεχτήκαμε την αδιαμφισβήτητη αξία του και την αθλητική ανωτερότητά του, κανείς ποτέ δεν θέλησε στα φανερά να σκεφτεί το πόστο του τερματοφύλακα. Ολοι/ες για γκολ και εύκολες φάσεις μοχθούσαμε. Αλλά η ζωή σε στήνει τεχνηέντως –και, παράλληλα, εντελώς φυσικά– κάτω από τα δοκάρια της.
Η δόξα του επιθετικού έχει ημερομηνία λήξης, κάποτε σταματάει ο φρενήρης του σώματος ρυθμός, οι ντρίμπλες ξόδεψαν όλα τα μαγικά τους, και μια καλοζυγισμένη σέντρα κάποιου ξεχασμένου αμυντικού μάς δίνει πάσα για να δοκιμάσουμε –όλοι αδιακρίτως– το έρμα του τερματοφύλακα. Γνώστες του ποδοσφαίρου και μη. Η φθαρτότητα, βλέπεις, της ανθρώπινης φύσης.
Του την πετάμε πίσω φοβισμένοι, ένα πελώριο τώρα «φάντομ» κινείται επιθετικά στη δική μας ανασφαλή περιοχή, ντριμπλάρει με δεξιοτεχνία τις υπαρξιακές «κακοτεχνίες» μας, περνάει από τα τάκλιν των αυταπατών και ορμάει κατά μέτωπο επάνω μας για να μας συντρίψει. Είναι η δική μας ηρωική στιγμή που θα κληθούμε να αποδείξουμε την ετοιμότητά μας.
Εκεί καλείσαι να υπερασπιστείς το έδαφός σου, να διατηρήσεις το εστιακό βάθος του προσωπικού κόσμου σου ανέπαφο, να μη λυγίσεις κάτω από το βάρος του όχλου που αλυχτάει να σε δει εγκαταλειμμένο, εσύ, ο ιδανικός και επάξιος εραστής της μικρής περιοχής σου, το εξιλαστήριο θύμα μιας άτυχης στιγμής, ο πιο γενναίος και ευεπίφορος αντάμα εκφραστής των λαθών, θεατής και πρωταγωνιστής μαζί των στιγμών σου, στωικό αρχέτυπο υπομονής, πανίσχυρος θεματοφύλακας ενός ακριβοθώρητου ρομαντισμού, εσύ, ο ανώνυμος τοποτηρητής της νηνεμίας του κόσμου.
Διότι, όπως είπε και ο μέγιστος Σαργκάνης: «Ολοι είμαστε τερματοφύλακες στη ζωή… Ολοι φυλάμε κάτι».
*Φιλόλογος-συγγραφέας
