Οι συνθήκες στις οποίες ζούμε σε παγκόσμιο επίπεδο είναι δυσμενείς για την πολιτική μορφή ζωής που ονομάζουμε αντιπροσωπευτική δημοκρατία μέσω των κομμάτων. Οι πολίτες ζουν σε καθεστώς δυσφορίας, τα πολιτικά κόμματα δεν μπορούν να ανταποκριθούν στον ρόλο τους και οι κυβερνήσεις που σχηματίζονται και ασκούν την εξουσία παραπαίουν. Κοντολογίς ζούμε σε καθεστώς αβεβαιότητας και αμηχανίας σχετικά με τη λειτουργία της δημοκρατικής πολιτικής μορφής. Δεν θα εξετάσουμε εδώ τους δύο βασικούς παράγοντες που παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αποδιοργάνωση της δημοκρατίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Χρειάζεται μόνο να τους αναφέρω και αυτοί οι δύο παράγοντες είναι η παγκοσμιοποίηση από τη μία και η υποταγή της πολιτικής (του πολιτικού στοιχείου εν γένει) στο οικονομικό υποσύστημα, το οποίο στις μέρες μας είναι πανίσχυρο.
Επομένως το ερώτημα που τίθεται για τη δική μας ελληνική πολιτική κοινωνία κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες είναι το εξής: πώς μπορεί να δομηθεί και να λειτουργήσει η αντιπροσωπευτική δημοκρατία μέσω των κομμάτων στον τόπο μας μετά τη δεκαετή δοκιμασία της «κρίσης χρέους», αλλά προ πάντων μετά το τέλος του μοντέλου διακυβέρνησης που εφάρμοσε η κυβέρνηση Μητσοτάκη μετά το 2019. Θα επαναλάβω ότι τα ανθρώπινα πράγματα, επομένως και τα πολιτικά, είναι ιστορικά δημιουργήματα του ανθρώπου. Στο ερώτημα τι θα διαδεχθεί το μοντέλο επιτελικής διακυβέρνησης του Μητσοτάκη μόνο η ίδια η κοινωνία μπορεί να απαντήσει.
Ας εξετάσουμε λοιπόν πώς έχουν διαμορφωθεί τα πολιτικά πράγματα στη χώρα μας εν όψει του επερχόμενου τέλους του κυβερνητικού μοντέλου για το οποίο μιλάμε. Επ’ αυτού θέλω να κάνω δύο παρατηρήσεις, η πρώτη είναι η εξής: τα ελληνικά πολιτικά κόμματα έχουν ρευστοποιηθεί. Δεν μπορούν να ανταποκριθούν στους δύο πολιτικούς ρόλους τους, δηλ. να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί αντιπροσώπευσης του «συνταγματικού λαού», αλλά επιπλέον αδυνατούν να επεξεργαστούν προγράμματα «πολιτικής κατασκευής» του κοινού καλού. Στη δεύτερη παρατήρησή μου συμπυκνώνεται το συμπέρασμα: ότι κόμματα τα οποία δεν μπορούν να λειτουργήσουν είναι καταδικασμένα στην εξαφάνιση. Βρισκόμαστε, λοιπόν, ένα βήμα πριν βρεθούμε μπροστά σε μια τέτοια πολιτική συνθήκη.
Η Νέα Δημοκρατία υπό την ηγεσία του Μητσοτάκη δεν υφίσταται ως πολιτικό κόμμα. Το μοντέλο επιτελικής διακυβέρνησης τύπου Μητσοτάκη λειτουργεί, όπως προκύπτει από τα πράγματα, αποτελεσματικά! Αυτό όμως συμβαίνει σε βάρος των συμφερόντων του «συνταγματικού λαού». Το πρόβλημά μας όμως βρίσκεται αλλού: τι κάνει η συνταγματική αντιπολίτευση μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση. Ολοι μιλάνε για την πολιτική ανυπαρξία της. Τρανταχτό παράδειγμα πολιτικής ανυπαρξίας της κομματικής αντιπολίτευσης (συγκεκριμένα του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ. και του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.) είναι η διαχείριση του σκανδάλου των υποκλοπών.
Ας εξετάσουμε όμως τώρα πώς μπορεί να ανασυγκροτηθεί η κομματική αντιπολίτευση σ’ ένα δαιδαλώδες πολιτικό σκηνικό, το οποίο δεν θυμίζει σε τίποτε την πολιτική μορφή αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου 2024 τα δύο πολιτικά κόμματα της Κεντροαριστεράς θα έχουν ολοκληρώσει τις τυπικές γραφειοκρατικές ενδοκομματικές διαδικασίες ανασυγκρότησής τους. Για μια τέτοιου τύπου εξέλιξη δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Το ερώτημα είναι άλλο: θα μπορέσουν να λειτουργήσουν ως ιστορικές στιγμές «άρνησης» (Negation) του υφισταμένου κυβερνητικού μοντέλου; Κατά την άποψή μου όσο αυτά τα δύο πολιτικά κόμματα παραμένουν εγκλωβισμένα στις ενδοκομματικές γραφειοκρατικές αυτοαναφορές τους οδηγούνται σε περαιτέρω πολιτική ρευστοποίηση και σε ανεπανόρθωτη κοινωνική απαξίωση. Δεν θα μπορούν να συμπεριλάβουν στις τάξεις τους μέλη. Θα αναζητούν πολίτες-ψηφοφόρους, οι οποίοι θα τους γυρίζουν την πλάτη!
Το κοινωνικο-πολιτικό αίτημα για την ενωμένη Κεντροαριστερά έχει ωριμάσει. Σε όλους τους κοινωνικούς τομείς, σε όλα ανεξαιρέτως τα κοινωνικά πεδία, σε όλες τις κοινωνικές σφαίρες μία και μόνο φωνή ακούγεται: να ενωθεί η Κεντροαριστερά. Και αυτό μπορεί να γίνει «εδώ και τώρα»! Οποιος έχει μελετήσει την πολιτική ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας θα έχει διαπιστώσει ότι μια τομή, μια ρωγμή είναι η γενεσιουργός αιτία για την εκάστοτε πολιτική αναγέννηση.
Θα επιμείνω και θα τονίσω το εξής: όσο τα δύο κόμματα της Κεντροαριστεράς παραμένουν εγκλωβισμένα στις γραφειοκρατικές ταυτότητές τους, τόσο θα απομακρύνονται από το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι. Οι Hegel και Marx μάς έχουν διδάξει ότι η οντολογική διαλεκτική είναι κοινωνική συνθήκη (όχι, εννοείται, κοινωνικός νόμος!). Αυτό σημαίνει ότι ως ελληνική πολιτική κοινωνία, ως «συνταγματικός λαός», ενώ αναζητούμε μια διέξοδο από το «επιτελικό καθεστώς του Μητσοτάκη» (εννοείται πως είναι νομιμοποιημένο!) η πολιτική Κεντροαριστερά στον τόπο μας υπνοβατεί. Η πολιτική υπνοβασία των δύο κομμάτων της Κεντροαριστεράς μπορεί να συμπαρασύρει σε κατάρρευση ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.
Τονίζω με έμφαση ότι το αίτημα για την ενότητα της Κεντροαριστεράς σε όλα τα επίπεδα και τις σφαίρες της κοινωνίας μας είναι υπαρκτό και επιτακτικό. Μόνο αυτό το αίτημα και η πολιτική εφαρμογή του μπορούν να απαλλάξουν την ελληνική κοινωνία από τη στασιμότητα και την υπαρξιακή φθορά. Σύμφωνα με την οντολογική διαλεκτική όταν γεννηθεί η «άρνηση», τότε η σύνθεση (η νέα κυβέρνηση) ως ιστορική στιγμή προκύπτει ως αναπόδραστο γεγονός (Factum).
Απευθύνομαι προς τις ηγεσίες των δύο κομμάτων της Κεντροαριστεράς: όχι μόνο εγώ, αλλά ολόκληρη η κοινωνία μας ζητάμε να εγκαταλείψουν την πολιτική υπνοβασία τους και να σχεδιάσουν μεθόδους και πρακτικές πολιτικής ενοποίησης της Κεντροαριστεράς.
Σημείωση: Το κείμενο αυτό αφιερώνεται στον Νίκο Μουζέλη.
* Πολιτικός φιλόσοφος
