Στο έργο της «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ» (γνωστό και ως «Η κοινοτοπία του Κακού») η Χάνα Αρεντ έκανε μια προσπάθεια μέσω της ανάλυσης του χαρακτήρα του ναζιστή συνταγματάρχη να φιλοσοφικοποιήσει όχι μόνο το αποτέλεσμα των ενεργειών αυτής της σκαιάς στο λαϊκό υποσυνείδητο έννοιας που έχουμε ονομάσει «κακό» αλλά και της πηγής της, που βρίσκεται εντέλει, αν έχω διακρίνει σωστά μέσα στα γραφόμενα της Αρεντ, στη φύση του ανθρώπου ως μέλους της αγέλης, οπότε έτσι μόνο μπορεί να καταστεί κοινότοπη όπως τα ένστικτα και τα υπόλοιπα φυσικά χαρακτηριστικά του. Τώρα αν αυτή η μελέτη λειτούργησε ως μια προσπάθεια προερχόμενη από τον διχασμένο ψυχισμό της Αρεντ ώστε να δικαιολογήσει στη συνείδησή της τη σωματική και πνευματική σχέση της με τον καθ’ ομολογία φιλοναζιστή φιλόσοφο Μ. Χάιντεγκερ, προσπάθεια που έγινε πιο προσωποποιημένη στο έργο της «Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ είναι ογδόντα ετών», είναι αντικείμενο μιας άλλης, πολύ μεγάλης συζήτησης.
Αν λοιπόν δεχτούμε ως σωστή τη θεωρία της Αρεντ περί κοινοτοπίας του Κακού, αν συμβιβαστούμε με την αποποινικοποίηση των εγκλημάτων ενός δημοσίου υπαλλήλου στο πλαίσιο των καθηκόντων του, όπως εμφανίζει η Αρεντ τον Αϊχμαν, ως κάποιο γρανάζι δηλαδή που έτυχε να ενταχθεί σε μια κρατική μηχανή και που απλώς υπακούει στις εντολές των ανωτέρων του, τότε, τηρουμένων των αναλογιών, δεν υπάρχει καμία προδοσία της Κύπρου.
Μέσα από αυτό το πρίσμα ο Ιωαννίδης, ο Παπαδόπουλος, ο Σαμψών, ο Γρίβας, ο «Γεφυροποιός», ο «Μίστερ Βρόμικος» Αβρακότος, ήταν πιόνια σε μια γεωπολιτική σκακιέρα όπου το έμπλεο «σατανικού μεγαλείου» κακό (όπως χαρακτήρισε η Αρεντ τον εσωτερικό κύκλο του ναζισμού) και ως εκ τούτου μη κοινότοπο, το οποίο εκπροσωπούνταν τότε από το βαθύ κράτος των ΗΠΑ, επέβαλε τη θέλησή του στους άβουλους υπαλλήλους του. Και ένας υπάλληλος που υπακούει στο αφεντικό του δεν είναι -σύμφωνα με την αστική ηθική δικονομία- ποτέ προδότης. Γι’ αυτήν προδότης θεωρείται ο ανυπάκουος, ο αντιρρησίας, ο αυτόνομος.
Ομως πέρα από την αστική ηθική, υπάρχει και το συνειδησιακό ήθος, το οποίο, ακόμα και στο πλαίσιο μιας θεωρίας που στηρίζεται στα επιχειρήματα ενός πολύ βαρέος ονόματος της παγκόσμιας διανόησης όπως είναι η Αρεντ που αποδυναμώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της προδοσίας, μας επιβάλλει να αναζητήσουμε έναν ποινικό χαρακτηρισμό για το έγκλημα σε βάρος του κυπριακού λαού. Αλλωστε, όπως κατέστη φανερό από τις απολογίες τους και από τα επιχειρήματά τους, κανένας από τους πρωταγωνιστές της κυπριακής τραγωδίας δεν αποδέχτηκε τον χαρακτηρισμό των πράξεών του ως προδοσία, το αντίθετο μάλιστα, τις παρουσίασαν ως πράξεις πατριωτισμού και ανιδιοτέλειας.
Το έγκλημα που θεωρώ ότι ο ιστορικός εισαγγελέας θα καταλογίσει μέσω του κλητηρίου θεσπίσματός του ενώπιον του δικαστηρίου της Ιστορίας σε όλους αυτούς τους υπάκουους υπαλλήλους, δεν είναι άλλο από το έγκλημα του δωσιλογισμού. Και δωσίλογος δεν είναι άλλος παρά αυτός που από δειλία, πανουργία, ένστικτο επιβίωσης και για ίδιον όφελος γίνεται κόλακας και υπηρέτης του κατακτητή, του αφεντικού, του ισχυρού, του ξένου παράγοντα, αδιαφορώντας για τις καταστροφικές συνέπειες που η συμπεριφορά του αυτή προκαλεί στην πατρίδα του, στον λαό της, σε άλλους λαούς, στις μελλοντικές γενιές, ακόμα και στο συνειδησιακό και ηθολογικό υπόβαθρο του οικογενειακού του περίγυρου.
Το ενδιαφέρον ζήτημα στα εγκλήματα του δωσιλογισμού είναι ότι, όπως και τα εγκλήματα του λεγόμενου λευκού κολάρου, έχουν επίδραση στον μηχανισμό δημιουργίας προτύπων και συντελούν, σε συνδυασμό με την ατιμωρησία των υπευθύνων, στη διαμόρφωση εντύπωσης στην κοινωνία ότι πρόκειται περί επιφανών προσωπικοτήτων. Γι’ αυτόν τον λόγο ο προδότης θεωρείται μίασμα ενώ ο δωσίλογος είναι ο λογικός, o νοικοκύρης, ο καλός πατριώτης.
Και να μην ξεχνάμε ότι ο μηχανισμός δημιουργίας τέτοιων προτύπων ξεκινάει από την αυγή της Ιστορίας μας. Το πρότυπο του Οδυσσέα που, παρότι ως κόλακας και μπράβος του Αγαμέμνονα έσυρε την Ιφιγένεια στον βωμό της θυσίας, τον πράγματι ευφυή Παλαμήδη στην εκτέλεσή του ως προδότη, τον αγαθό Αίαντα στην τρέλα, τον μικρούλη αθώο Αστυάνακτα στον πιο φριχτό θάνατο, κατόρθωσε να μείνει στην Ιστορία ως αυτό του πολυμήχανου, σοφού και δίκαιου, ενώ παράλληλα θα δημιουργούσε το πρότυπο του γραικύλου υποτακτικού των Ρωμαίων, του καλού χριστιανού που ξέσκιζε τις σάρκες της Υπατίας, του έξυπνου Ρωμιού που υπηρετούσε τον σουλτάνο, του διπρόσωπου μπέη που δολοφονούσε τον Καποδίστρια, του ναζί ταγματασφαλίτη που έσωζε την πατρίδα από τους κομμουνιστές, του εθνικιστή χίτη που θα ελευθέρωνε την Κύπρο. Την Κύπρο; Ξέχασα, η Κύπρος απεδείχθη ότι κείται μακράν, λίαν μακράν.
* Νομικός, συγγραφέας
