ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Α. Σακκάς*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κατά τις πρόσφατες ευρωεκλογές η κυβέρνηση πρόβαλε ως βασικό υπέρ της επιχείρημα τον ρόλο του εγγυητή της πολιτικής σταθερότητας, της συνέχισης των μεταρρυθμίσεων και της οικονομικής ανάπτυξης. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης επέλεξαν, από την πλευρά τους, να ασκήσουν κριτική προς την κυβέρνηση για τη συνεχή αύξηση των τιμών, τη συνεχιζόμενη φτωχοποίηση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού (μεσαία και κατώτερα εισοδηματικά στρώματα) και τη χειροτέρευση της κατάστασης στους τομείς της υγείας, της παιδείας και της ασφάλειας.

Τόσο η κυβέρνηση όσο και τα δύο επόμενα σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματα της αντιπολίτευσης είχαν θέσει προεκλογικά και ποσοτικούς εκλογικούς στόχους τους οποίους όμως απέτυχαν να προσεγγίσουν. Από τις εκλογές προέκυψε επί πλέον σχετική αύξηση της εκλογικής δύναμης μερικών μικρών υπερσυντηρητικών κομμάτων, καθώς και άρνηση μεγάλου τμήματος του εκλογικού σώματος να συμμετάσχει στην εκλογική διαδικασία.

Η κριτική, που ακολούθησε την ανακοίνωση των δυσμενών αποτελεσμάτων για κυρίως τα τρία μεγαλύτερα πολιτικά κόμματα, κατέληξε στην επίρριψη της κύριας ευθύνης για την εκλογική αποτυχία στους επικεφαλής αυτών των κομμάτων. Η κριτική, ιδιαίτερα στο κόμμα της ελάσσονος αντιπολίτευσης, έχει οδηγήσει σε συνωστισμό υποψηφιοτήτων επίδοξων νέων αρχηγών. Οι διορθωτικές προτάσεις, που έχουν μέχρι τώρα διατυπωθεί, προβλέπουν, από μεν την πλευρά της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης, τη συγκρότηση ενός «Κεντροαριστερού Συνασπισμού», κατά το πρότυπο π.χ. της Ενωσης Κέντρου της 10ετίας του 1960 ή του πρόσφατου γαλλικού λαϊκού μετώπου, από δε της κυβέρνησης, ιδιαίτερα τους δύο πρώην πρωθυπουργούς, την επιστροφή του κόμματος στις ιδρυτικές ιδεολογικές ρίζες του.

Το ζωτικό πάντως ερώτημα είναι αν, πέραν των υποκειμενικών αδυναμιών, υπάρχουν και αντικειμενικά ή συγκυριακά αίτια που καθόρισαν τις δυσμενείς πολιτικές τάσεις αυτών των αποτελεσμάτων. Είναι πλέον φανερό ότι η μετά τις γεωπολιτικές ανατροπές του 1990, η υποβόσκουσα αντίθεση ανάμεσα στον νέο νεοφιλελεύθερο (επιθετικά επεκτατικό) καπιταλισμό της Δύσης και τον κρατικά ελεγχόμενο (αυταρχικό) καπιταλισμό της Ανατολής έχει ήδη προσλάβει επικίνδυνες για τη διεθνή ειρήνη και ευημερία διαστάσεις. Είναι στατιστικά αποδεδειγμένη (από στοιχεία της ελβετικής τράπεζας UBS) η σταδιακή φτωχοποίηση μεγάλου μέρους των πολιτών των δυτικών χωρών εξαιτίας της συνεχιζόμενης ανισοκατανομής του εισοδήματος και της συστηματικής απαξίωσης των θεσμών του κοινωνικού κράτους που συνεπάγεται η πολιτική εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας.

Η πολιτική μετατόπιση του εκλογικού σώματος προς συντηρητικές-εθνικιστικές θέσεις στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες είχε ήδη προ πολλού διαφανεί και δρομολογηθεί. Οι τάσεις ριζοσπαστικοποίησης των οικονομικά περιθωριοποιούμενων Ευρωπαίων πολιτών ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο εξαιτίας των αρνητικών συνεπειών που επεφύλασσε γι’ αυτούς η εκ μέρους των δυτικών κυβερνήσεων γενναιόδωρη οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία σε συνδυασμό με την επιβολή αυστηρών κυρώσεων προς τη Ρωσία. Οι κυρώσεις αυτές, αντί να πλήξουν τους Ρώσους πολίτες, έχουν προκαλέσει περαιτέρω μείωση του βιοτικού επιπέδου των Ευρωπαίων πολιτών και αισθητή υποχώρηση της ανταγωνιστικής ικανότητας της ευρωπαϊκής -πρωτίστως της γερμανικής- βιομηχανικής παραγωγής. Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών αντικατοπτρίζουν τη δυσαρέσκεια των Ευρωπαίων πολιτών απέναντι στα κυβερνητικά κόμματα που με τις αντιρωσικές τους κυρώσεις οδήγησαν τελικά σε περαιτέρω επιδείνωση των όρων διαβίωσής τους.

Η ελληνική κυβέρνηση, υπερασπιζόμενη τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα της, έθεσε α) εκτός κριτικής το αποδεδειγμένα αναποτελεσματικό εθνικό παραγωγικό σύστημα (βλέπε π.χ. ογκούμενο εμπορικό έλλειμμα και δυσθεώρητο δημόσιο χρέος) β) συνέχισε να εφαρμόζει το νεοφιλελεύθερο δόγμα και τη φθοροποιό για το βιοτικό επίπεδο των οικονομικά ευάλωτων νοικοκυριών (μισθωτών και συνταξιούχων) περιοριστική δημοσιονομική πολιτική και τέλος γ) ευθυγραμμίστηκε με τις οικονομικά δυσμενείς, όπως αποδείχθηκε, για τους πολίτες, αντιρωσικές κυρώσεις της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ.

Οι αποφάσεις αυτές της κυβέρνησης επιδοκιμάζονται μεν από εξωτερικούς παράγοντες και ΜΜΕ, οδήγησαν όμως τελικά τη χώρα στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των 27 ευρωπαϊκών χωρών. Οι αρνητικές, ως εκ τούτου, οικονομικές συνέπειες για την πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών προκάλεσαν κατά κύριο λόγο την εκλογική αποτυχία του κυβερνώντος κόμματος και όχι οι ηγετικές ικανότητες του αρχηγού του. Η αποτυχία αυτή θα είχε ίσως προσλάβει ευρύτερες διαστάσεις αν εξέλιπε η οικονομική και πολιτική στήριξη της κυβέρνησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα ΜΜΕ. Πέραν των υπαρκτών υποκειμενικών αδυναμιών, η ουσιαστική έλλειψη αξιόπιστης εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης από τα δύο μεγαλύτερα κεντροαριστερά κόμματα της αντιπολίτευσης και ο άχαρις μεταξύ τους ανταγωνισμός εξηγούν την εκλογική τους αποτυχία.

Εντονο εν κατακλείδι προβληματισμό για τη δημοκρατική αντιπροσωπευτικότητα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος έχει δημιουργήσει η απόφαση του περίπου 60% του εκλογικού σώματος να απόσχει εμφαντικά από την εκλογική διαδικασία. Ετσι το κυβερνητικό κόμμα που αναδείχθηκε πρώτο κόμμα, με διαφορά από το δεύτερο, ασκεί την πολιτική εξουσία έχοντας συγκεντρώσει την αποδοχή μόνο του περίπου 11,2% των Ελλήνων εκλογέων. Το ποσοστό του δεύτερου κόμματος ανήλθε κατά προσέγγιση στο 6% και του τρίτου 5%. Είναι προφανές ότι η παγίωση αυτής της κατάστασης μόνο απαισιόδοξη προοπτική για το κοινοβουλευτικό πολίτευμα της αστικής δημοκρατίας προοιωνίζεται.

*Ομότιμος καθηγητής Παν/μίου Πατρών