ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελένη Καρασαββίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η περί αυτού παράδοση, βαθιά σπορά του αλλότριου θεών αρχαίων αλλά και των υπόγειων νερών μιας βαθύτερης αγαπητικής φιλοσοφίας μέσα στα έγκατα του χριστιανισμού, λες και ειρωνεύεται την ύψιστη νίκη και το θρησκευτικό της θεμέλιο, στη σωτηριολογική παντοκρατορία. Γιατί σύμφωνα με αυτήν ο Λάζαρος δεν ξαναγέλασε ποτέ μετά την Ανάστασή του. Λέγεται πως αίτιο της θλίψη του ήταν όσα είχε αντικρίσει στον Αδη. (Δεν μπορείς να σωθείς στ’ αλήθεια μόνο εσύ, μπορείς; Οι σκιές ματώνουν τη χαρά σου).

Αλλά κι όσων εξακολουθούσε να βλέπει στη ζωή. Αφού οι ίδιες παραδόσεις αναφέρουν ότι γέλασε μόνο μία φορά, όταν είδε κάποιον να κλέβει ένα πήλινο αγγείο και σχολίασε αποφθεγματικά: «το ένα χώμα κλέβει το άλλο». Γέφυρα ανάμεσα στον θάνατο και τη ζωή δεν κατέληξε ποτέ αν ήταν «δώρο» ή επίδειξη επιβολής.

Ηταν αυτός ο μύθος πάντως που ενέπνευσε τον Σούμπερτ να συνθέσει ένα ορατόριο προκειμένου να εκτελεστεί το Πάσχα του 1820, σε εποχή που τα σπλάχνα της Ευρώπης αναμοχλεύονταν από κινήματα, ανάγκες από το παρελθόν και μνήμες από το μέλλον (κάπως σαν τον σαβανωμένο Λάζαρο στην είσοδο της σπηλιάς, με άλλα λόγια), που όμως άφησε ανολοκλήρωτο. Δομημένο σε 3 πράξεις σε μορφή καντάτας, σύμφωνα με διάφορους ιστορικούς της κλασικής μουσικής, έμεινε τελικά ανολοκλήρωτο με εξαίρεση την 1η πράξη κι ένα κομμάτι της 2ης. Ολα τα άλλα έμειναν ανοιχτά και το έργο δεν εκτελέστηκε ποτέ όσο ο Σούμπερτ ζούσε. Αλλά ό,τι έμεινε πίσω έκανε τον Αϊνστάιν να εκδικηθεί τους ναζί λέγοντας ότι ο «Λάζαρος» νίκησε τον Βάγκνερ.

Ενάμιση αιώνα μετά τον τόσο πρόωρο θάνατο του συνθέτη του «Λαζάρου», κάποιος αποφάσισε να αναστήσει το δημιούργημά του. Ηταν στα 1994, όταν και πάλι η ήπειρος ζούσε σεισμικές μεταβολές περί επερχόμενης κόλασης και προδομένου παραδείσου, όταν ο μαέστρος Χέλμουτ Ρίλινγκ, γνωστός για την αγάπη του στις νεκρώσιμες ακολουθίες του τυπικού των Ρωμαιοκαθολικών, κοινώς ρέκβιεμ, επέλεξε να ασχοληθεί με το στοίχημα μιας Ανάστασης. Πρότεινε στον σοβιετικό συνθέτη και ίσως τον σημαντικότερο μαθητή του μυθικού Σοστακόβιτς, τον Εντισόν Ντενίσοφ, να επαναφέρει τον «Λάζαρο», ολοκληρώνοντάς τον.

Η σχετική κριτική έχει επισημάνει πόσο ο συμπληρωμένος «Λάζαρος» διαθλάται στο φως του 20ού αιώνα, με το μεταβαλλόμενο φως ως αντίστιξη στο σκοτάδι, κάνοντας τον Λάζαρο σχεδόν να χαμογελά.

Ισως γιατί για κάθε Λάζαρο που επέστρεψε από την κόλαση στην κόλαση, αφού δεν μπόρεσε να τραβήξει τους άλλους μαζί του, για κάθε ανολοκλήρωτη Ανάσταση δηλαδή, ισχύει το επίγραμμα στον τάφο του Σούμπερτ: «Η Τέχνη ενταφίασε εδώ ένα πλούσιο απόκτημα, αλλά ακόμη ωραιότερες προσδοκίες».

*Στη Μνήμη του Λάζαρου Μοσχόπουλου