Στο παλιό καφενείο της γειτονιάς, το χρώμα του τραπεζιού ακριβώς δίπλα απ’ το παράθυρο είχε αρχίσει να σκάει και να φαίνεται από μέσα το ξύλο. Σαν μικρή πληγή που αν δεν τη φροντίσεις όλο και θα μεγαλώνει με τον καιρό. Οπως και τα γέρικα χέρια των ανθρώπων που πέρασαν από εκείνο το τραπέζι, η φθορά ήταν σημάδι μιας παρελθούσας ζωής, μιας ιστορίας που είχε αφήσει τα σημάδια της στο ξύλο.
Ο χρόνος, ο πιο ανελέητος καλλιτέχνης, αφήνει το στίγμα του παντού. Στα πρόσωπα, στα χέρια, στα πράγματα. Ακόμα και στην ίδια τη φύση. Σαν μια πινελιά στο βιβλίο της ζωής μας, που λέει περισσότερα από όσα μπορούν να διηγηθούν οι λέξεις.
Στην πόλη, οι φθορές είναι παντού. Στα παλιά κτίρια που έχουν αντέξει καυσαέρια, δακρυγόνα, μολότοφ, καταιγίδες και παντός είδους χτυπήματα του χρόνου. Στους δρόμους που τα λάστιχα των χιλιάδων αυτοκινήτων έχουν αφήσει ρυτίδες ανεξίτηλες. Στα πεζοδρόμια με τα σπασμένα κολονάκια, τους χυμένους καφέδες που μαύρισαν με τον καιρό, τα αποτσίγαρα. Στα σώματα των ανθρώπων, που γέρνουν όλο και περισσότερο προς τα μπρος, όλο και πιο χαμηλά. Στα βλέμματα των ανθρώπων.
Η φθορά, ωστόσο, δεν είναι μόνο αυτή η υπενθύμιση της πάλης με τον χρόνο. Είναι και ένας από τους πιο αποτελεσματικούς μας δασκάλους. Είναι μια ηχηρή υπενθύμιση για την ανάγκη μας για αλλαγή και ανανέωση. Οπως τα παλιά κτίρια που ανακαινίζονται, έτσι και οι άνθρωποι μπορούν να ανανεώσουν τη ζωή τους, παρά τις φθορές και τις πληγές που έχουν υποστεί.
Πέρα, όμως, από όλα αυτά, οι φθορές μάς κάνουν να στρέφουμε την προσοχή μας και σε κάτι άλλο: στην ανθεκτικότητα και στη δύναμη που μπορεί να έχει ο άνθρωπος. Η φθορά μπορεί να γίνει σύμβολο της ανθρώπινης ικανότητας να αντέχει, να επιβιώνει και να αναγεννιέται, ακόμα και στις πιο ανελέητες συνθήκες. Είτε είναι στο παλιό καφενείο της γειτονιάς είτε στην καρδιά της πόλης, οι φθορές είναι μια υπενθύμιση για την ανθρώπινη αντοχή και την αξιοπρέπεια.
Και, όπως η φθορά στο τραπέζι του καφενείου μαρτυρά όλες τις ιστορίες και τις περιπέτειες όσων είχαν καθίσει εκεί, έτσι και οι δικές μας οι φθορές είναι μάρτυρες και παράσημα για όσα ζήσαμε, για τις μάχες μας, για τις νίκες μας, ακόμα και για τις ίδιες τις ήττες μας. Τώρα, το τι θα κάνει κανείς με αυτά τα παράσημα, εξαρτάται από το πώς βλέπει την παρελθοντική αλλά και τη μελλοντική του ζωή. Θα τα φορέσει γαλόνια και θα περιφέρεται με καμάρι; Θα τα καταχωνιάσει σε ένα συρτάρι και θα κλαίει από πάνω τους κάθε βράδυ κάνοντας πράξη το γνωστό: «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις»; Ή απλά θα συνυπάρξει μαζί τους;
