Ξενοφών Κροκίδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Πρωθυπουργός κατά την εθιμοτυπική επίσκεψή του στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στις 22 Δεκεμβρίου 2023, τής ανακοίνωσε : «εγκρίναμε στο Υπουργικό Συμβούλιο μια ιστορική μεταρρύθμιση: την ουσιαστική κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου στην ανώτατη εκπαίδευση, με τη δυνατότητα πια ίδρυσης μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων».

Από φιλελεύθερη σκοπιά, η καταπολέμηση των μονοπωλίων μεγιστοποιεί το όφελος των καταναλωτών, μιας και ο μονοπωλητής μπορεί να ορίσει οποιαδήποτε τιμή θέλει. Επιπλέον, η καταπολέμηση των μονοπωλίων μπορεί να συμβάλει στην τόνωση της Καινοτομίας – ο μονοπωλητής έχει λιγότερα κίνητρα να καινοτομήσει από ό,τι αν συμμετείχε σε καθεστώς ανταγωνισμού. Υπό αυτή την έννοια, το μονοπώλιο καταδικάζει σε στασιμότητα ό,τι κι αν «αγγίζει».

Μπορούμε όμως να μιλάμε για μονοπώλιο, όταν η εκπαίδευση παρέχεται δωρεάν από το κράτος; Είναι η άρση του αποκλειστικού προνομίου των δημόσιων Πανεπιστημίων για παροχή ανώτατης εκπαίδευσης που θα προσφέρει το συγκεκριμένο αγαθό σε χαμηλότερο κόστος για τους φοιτητές; Ακόμη κι αν η προσέγγιση γίνει στη λογική του ανταγωνισμού, μπορούμε να μιλάμε για μονοπώλιο – με την απόλυτη έννοια του όρου –, όταν το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση επιτρέπει στους υποψηφίους την επιλογή Σχολής, ή επιπλέον όταν νέοι έχουν τη δυνατότητα φοίτησης σε κρατικά Πανεπιστήμια του εξωτερικού;

Στην Ελλάδα, μπορεί η εκπαίδευση να είναι δωρεάν για τους φοιτητές, πλην όμως δε στερείται κόστους για τον Έλληνα φορολογούμενο. Κόστος αδιαμφισβήτητα αποδεκτό κοινωνικά και με θετικό πρόσημο, αφού η εκπαίδευση, η παιδεία γενικότερα, καθορίζει τον πολιτισμό, την οικονομική ευρωστία και τη δημοκρατία μιας κοινωνίας. Ευλόγως, τόσο η ποιότητα της εκπαίδευσης όσο και η πρόσβαση σ’ αυτή, αποτελούν θέματα ζωτικής σημασίας, και ως τέτοια πρέπει να δοκιμάζονται στον δημόσιο διάλογο, επιτυγχάνοντας ευρύτερες συναινέσεις.

Η δημόσια και δωρεάν παιδεία υψηλού επιπέδου δε συνιστά πολυτέλεια, αλλά ανάγκη για την ανάπτυξη της χώρας. Πώς αλλιώς μπορεί η Ελλάδα να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις της εκάστοτε εποχής, να ανταποκριθεί στο διαρκές αίτημα κοινωνικής δικαιοσύνης μέσα από το μονοπάτι της κοινωνικής κινητικότητας; Μία τέτοια θέση ενισχύεται ακόμη περισσότερο, όταν αναφερόμαστε στα ΑΕΙ, καθώς στο στάδιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ολοκληρώνεται η μακρά επένδυση της χώρας στους νέους της, στο ίδιο της το μέλλον.

Συνεπώς, η συζήτηση για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια επισκιάζει στην ουσία δυο θέματα μείζονος σημασίας : πρώτον την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση και δεύτερον το status, το κύρος, την εμβέλεια της εκπαίδευσης αυτής.

Τι μας έχει δείξει η ιστορία της εκπαίδευσης; Η Ελλάδα έχει κατ΄ επανάληψη αλλάξει τη μέθοδο εισαγωγής στα ανώτατα ιδρύματα. Το ισχύον σύστημα είναι, κατά κοινή ομολογία, πολύπλοκο και βασίζεται σε βάση μορίων, που ποικίλλει από έτος σε έτος. Προκύπτει δε από μια Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, η οποία διαφέρει κι αυτή από έτος σε έτος και είναι συνήθως διογκωμένη με συντελεστή που επιλέγεται από κάθε τμήμα/σχολείο.

Η πορεία του σκεπτικού που αναλύεται εδώ θα δείξει ότι στην πραγματικότητα μιλάμε για βαθμολογικώς κινούμενη άμμο που διαμορφώνει εν πολλοίς συνθήκη αποτυχίας.

Η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση

Από τα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας συνάγεται ότι στις Πανελλαδικές του 2023, ένας στους τρείς δεν κατάφερε να κατακτήσει την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής –ΕΒΕ. Από τους υποψηφίους με μηχανογραφικό, μόνο το 88% κατάφερε να εισαχθεί σε κάποια Σχολή (όχι κατ’ ανάγκη στην πρώτη του επιλογή). Αυτοί οι επιτυχόντες αντιπροσωπεύουν το 64% του συνόλου των υποψηφίων, στοιχείο που σε απόλυτους αριθμούς σημαίνει ότι 35.255 νέοι μένουν με το απολυτήριο Λυκείου και με αμφίβολο μέλλον.

Διασταλτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει σχετικό αποτύπωμα στην έκθεση του ΟΟΣΑ, «Education at a Glance 2023»: το 80% των νέων 20-34 ετών με επαγγελματική ανώτερη δευτεροβάθμια ή μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση (μη τριτοβάθμια εκπαίδευση) δε διαθέτει εργασιακή εμπειρία.

Απογοητευτικό είναι επίσης ότι το 12% των υποψηφίων ή αλλιώς 8.764 νέοι, οι οποίοι «έπιασαν» την ΕΒΕ, δεν κατάφεραν να μπουν σε Σχολή της επιλογής τους. Έτσι, έμειναν 10.745 κενές θέσεις στο σύνολο των ανωτάτων ιδρυμάτων, ενώ 153 τμήματα δέχτηκαν λιγότερους φοιτητές απ’ όσους «ζήτησαν».

Αξιοσημείωτο φαινόμενο, καθώς μοιάζει να απαρτίζεται από την αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης σε ό,τι αφορά τα προγράμματα σπουδών, το κόστος ζωής, το κύρος των τμημάτων, τις επαγγελματικές προοπτικές που προσφέρονται στους πτυχιούχους τους, αλλά και τη δυνατότητα που παρέχει το Υπουργείο Παιδείας στα Τμήματα να ορίζουν το συντελεστή για τον υπολογισμό της ΕΒΕ στα Τμήματα, καθώς και το εύρος του.

Διαχρονικά το σύστημα εισαγωγής, πολύ περισσότερο το υπάρχον, παράγει πλήθος υποψηφίων που θα προσανατολιστούν είτε στην ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα, είτε στη δημόσια και ιδιωτική του εξωτερικού. Όλα αυτά δε δείχνουν παρά σοβαρά ελλείματα στον επαγγελματικό προσανατολισμό, αλλά και τη δομή της ανώτατης εκπαίδευσης.

Το τελευταίο επιβεβαιώνεται μάλιστα από το γεγονός ότι από τα 25 ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας, μόνο 8 εμφανίζονται σε δημοφιλείς διεθνείς κατατάξεις, και δη στις πέντε από τις επτά σχετικές κατατάξεις. Παράλληλα, μόνο 2 εμφανίζονται στα 600 πρώτα ιδρύματα της γνωστής λίστας Shanghai (ARWU).

Οι ιδιαίτερα χαμηλές αυτές επιδόσεις μαρτυρούν μεγάλες ανισότητες στην ποιότητα των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας, συνολικά, σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και εντός συνόρων. Και οι οποίες μπορούν να εξηγηθούν από τη υποχρηματοδότηση των Πανεπιστημίων: σύμφωνα πάντα με την ίδια έκθεση του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα αφιερώνει ανά φοιτητή $4.300 δηλαδή τέσσερις φορές λιγότερα από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ (στοιχεία 2020), σε μια κατακερματισμένη τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Σαν να μην αρκούσαν όλα αυτά, ούτε το μέλλον των επιτυχόντων φαίνεται ιδιαίτερα λαμπρό. Στην τελευταία (διαθέσιμη) έκθεση της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης για το 2021, όπως και σε αυτή του ΟΟΣΑ Education at a Glance 2023, γίνεται σαφές ότι ο φοιτητικός πληθυσμός στην Ελλάδα, ως ποσοστό του γενικού πληθυσμού, είναι περίπου 7,5%, σχεδόν διπλάσιος από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, ενώ το ποσοστό των αποφοίτων μεταξύ των φοιτητών είναι περίπου 9%, δηλαδή δυόμιση φορές μικρότερο από τον αντίστοιχο μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ.

Αυτά τα αποτελέσματα οφείλονται βεβαίως και στους μη ενεργούς φοιτητές, σε κάθε περίπτωση όμως θα έπρεπε να μας απασχολούν : οι νέοι αυτοί αλλά και οι οικογένειες τους έχουν καταβάλει τεράστιες προσπάθειες για να περάσουν στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Σημειωτέον ότι μεγάλα ποσοστά φοιτητών που βρίσκονται πέραν των κανονικών εξαμήνων σπουδών είναι εγγεγραμμένοι και σε Σχολές που απαιτούν υψηλές επιδόσεις στις Πανελλαδικές, π.χ. Νομική Αθηνών.

Διόλου ενθαρρυντικό είναι και το γεγονός ότι η χώρα μας διατηρεί χαμηλές επιδόσεις ως προς τον ηλικιακό δείκτη 24-29 ετών, σε ό,τι αφορά με άλλα λόγια νέους που εργάζονται, παρακολουθούν πρόγραμμα επίσημης εκπαίδευσης ή συμμετέχουν σε πρόγραμμα κατάρτισης.

Όσοι φοιτητές δεν επέτυχαν την εισαγωγή τους σε Σχολή στην Ελλάδα, και εφόσον έχουν την οικονομική δυνατότητα, θα αναζητήσουν μια Σχολή στο εξωτερικό. Ο αριθμός αυτών των νέων δεν είναι επακριβώς γνωστός, μπορούμε ωστόσο να εκτιμήσουμε με ασφάλεια ότι δεν ξεπερνά τις 10.000 το χρόνο.

Σήμερα, περίπου 50.000 ελληνόπουλα φοιτούν στο εξωτερικό, εκ των οποίων περίπου 18.000 στην Κύπρο, 9.500 στο Ηνωμένο Βασίλειο, 12.000 συνολικά στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ολλανδία, τις ΗΠΑ, και επίσης συνολικά 9.500 στην Ιταλία, τη Βουλγαρία, και την Τουρκία. Χώρες, όπως η Σλοβακία και η Τσεχία, δέχονται λιγότερους από 1.000 Έλληνες φοιτητές μία εκάστη. Τα κριτήρια διαφέρουν – μπορεί να είναι οικονομικά, γλωσσικά, εκπαιδευτικά και επαγγελματικά. Προφανώς, στους φοιτητές αυτούς συμπεριλαμβάνονται και όσοι επέλεξαν να μην υποστούν τη βάσανο των Πανελλαδικών εξετάσεων.

Τα επιχειρήματα

Είναι πολλοί οι υποστηρικτές των μη κρατικών Πανεπιστημίων που χρησιμοποιούν τους παραπάνω αριθμούς ως επιχείρημα, εκτιμώντας ότι θα μπορούν πλέον να φοιτούν στη χώρα μας χιλιάδες νέοι που σήμερα αναγκάζονται να ταξιδεύουν εκτός συνόρων για σπουδές. Εμφανίζονται δε υπεραισιόδοξοι, χωρίς να αποδεικνύουν γιατί η λειτουργία μη κρατικών Πανεπιστημίων στην Ελλάδα θα φέρει αύξηση μεγαλύτερη από το 1% του ΑΕΠ. Ούτε και εξηγούν γιατί ένας τέτοιος στόχος είναι επιτεύξιμος αποκλειστικά με μη κρατικά Πανεπιστήμια.

Τα ελληνόπουλα που αναχωρούν για το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, τη Γαλλία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες ίσως και να μην επιλέξουν να φοιτήσουν σε ελληνικά μη κρατικά Πανεπιστήμια – ακόμα κι αν ανοίξει παράρτημα στην Ελλάδα το Χάρβαρντ –, μιας και η επιλογή του εξωτερικού έχει γίνει με πολλαπλά κριτήρια: τα «οικοσυστήματα» που προσφέρονται στις χώρες αυτές, τις δυνατότητες αξιοκρατικής δικτύωσης και επαγγελματικής προοπτικής.

Δεν ισχύει το ίδιο για όσους επιλέγουν τα Πανεπιστήμια της Κύπρου, της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας ή της Τουρκίας. Ως εκ τούτου, ένα 30% θα συνεχίσει να σπουδάζει στο εξωτερικό. Οι υπόλοιποι ; Πιθανότατα, να επέλεγαν την Ελλάδα, και όχι αναγκαστικά μη κρατικά Πανεπιστήμια, αν υπήρχαν οι αναγκαίες θέσεις και υποδομές στα ήδη υπάρχοντα. Αυτό σημαίνει ότι σε βάθος τετραετίας, η Ελλάδα θα μπορούσε να κερδίσει περίπου 30.000 φοιτητές, είτε υποψηφίους, είτε ήδη… αλλού, καθώς δε μπορούσαν να μπουν σε Σχολή της επιλογής τους. Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς το ακριβές ποσοστό τους, είναι όμως βέβαιο ότι θα ήταν υπερβολή να το συνδέσουμε με το 0,5% (περίπου) του ΑΕΠ.

Υπάρχουν και οι θιασώτες ενός επιπρόσθετου επιχειρήματος: η ίδρυση μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων στην Ελλάδα αναμένεται να αναβαθμίσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας. Χωρίς να εξηγούν το πώς. Ακόμα και μέσα από μια στενά φιλελεύθερη προσέγγιση, ο ανταγωνισμός είναι μεν δύναμη καινοτομίας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι λειτουργεί επί ίσοις όροις. Δυστυχώς, τα κρατικά Πανεπιστήμια δεν είναι πλήρως αυτόνομα. Έχουν, δε, μια ιδιαίτερη αποστολή, αυτή του να υπηρετούν τις επιστημονικές – τεχνολογικές ανάγκες της χώρας, λειτουργώντας παράλληλα ως θεσμός εξομάλυνσης κοινωνικών ανισοτήτων.

Τον ίδιο σκοπό υπηρετούν εξάλλου όλα τα κρατικά Πανεπιστήμια σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, στις οποίες οι σπουδές σε διεθνούς αναγνώρισης Πανεπιστήμια είναι δωρεάν, όχι μόνο για τους πολίτες των χωρών αυτών, αλλά και για όλους τους φοιτητές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι προτεραιότητές τους καθορίζονται έπειτα από διαβούλευση με τους πολιτιστικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς εταίρους, την επιστημονική κοινότητα και την κοινότητα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα ενδιαφερόμενα υπουργεία και τις τοπικές αρχές. Μια εθνική στρατηγική για την τριτοβάθμια εκπαίδευση καθορίζει και τις αρχές για την κατανομή των πόρων μεταξύ των φορέων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Συνεπώς δεν μπορεί να νοηθεί ανταγωνισμός μεταξύ κρατικών και ιδιωτικών Πανεπιστημίων.

Ορισμένοι θέλουν μάλιστα να πιστεύουν ότι η λειτουργία μη κρατικών Πανεπιστημίων θα προσελκύσει Έλληνες ακαδημαϊκούς που διαπρέπουν στο εξωτερικό, αντιστρέφοντας το brain drain, αλλά και ξένους καθηγητές. Εθελοτυφλούν άραγε μπροστά στην αλήθεια ; Πολλοί από αυτούς τους Έλληνες επιστήμονες, επέλεξαν καριέρα σε διεθνούς φήμης Πανεπιστήμια, για το περιβάλλον εντός του οποίου λειτουργούν τα ιδρύματα αυτά, διαθέτοντας μέσα ή και παρέχοντας κίνητρα για την παραγωγή έρευνας υψηλού επιπέδου. Για την επιστροφή και κυρίως τη συγκράτηση νέων επιστημόνων δε χρειάζονται υποχρεωτικά μη κρατικά Πανεπιστήμια. Ο στόχος αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί με την αναδιάρθρωση και αναβάθμιση των κρατικών Πανεπιστημίων, τη δημιουργία νέων θέσεων εκπαιδευτικού και τεχνικού προσωπικού και την αύξηση των μισθών του προσωπικού τους.

Μήπως ηχεί πειστικό ένα άλλο επιχείρημα, αβάσιμο στην ουσία, σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα μετατρέπεται σε διεθνή εκπαιδευτικό προορισμό, χάρη στα μη κρατικά Πανεπιστήμια και την προσφορά αγγλόφωνων προγραμμάτων; Αναβαθμισμένα κρατικά Πανεπιστήμια, λειτουργώντας στα πρότυπα αυτών της Γερμανίας, της Γαλλίας ή και της Ολλανδίας, είναι πιο πιθανό να ανταγωνιστούν άλλα δημόσια Πανεπιστήμια, της επικράτειας, προσελκύοντας περισσότερους ξένους φοιτητές.

Είναι πρόδηλο το συμπέρασμα, και είναι πολυδιάστατο. Πρώτον, ουδείς λόγος καθιστά την ίδρυση μη κρατικών Πανεπιστημίων αδήριτη ανάγκη. Δεν υπάρχει όφελος για την ελληνική κοινωνία που να προκύπτει αποκλειστικά από τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια.

Δεύτερον, όπως και η ανάλυση κατέδειξε, απαιτείται εξορθολογισμός και εκσυγχρονισμός του συστήματος πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με ριζοσπαστική αναδιάρθρωση του ακαδημαϊκού χάρτη, με κριτήρια που θα μας «ευθυγραμμίζουν» με τον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο. Οφείλουμε να κινηθούμε στην κατεύθυνση αλλαγής οικονομικού μοντέλου για κάποιες περιοχές που επένδυαν στην παρουσία φοιτητών, στην κατεύθυνση εκ βάθρων αναθεώρησης προγραμμάτων σπουδών.

Αν η συζήτηση περιοριστεί στα ιδιωτικά Πανεπιστήμια, δε θα υπηρετήσει την αριστεία του κρατικού ανώτατου εκπαιδευτικού οικοσυστήματος, αλλά σκοπιμότητες αμιγώς ωφελιμιστικές. Έχοντας κατά νου το συλλογικό συμφέρον, πρέπει να εστιάσουμε τη συζήτηση στον επαγγελματικό προσανατολισμό των νέων και στην εδραίωση ενός μηχανισμού εισαγωγής στα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης, που θα επιβραβεύει τη συνεχή και συνεπή εργασία των νέων. Στην αναδόμηση και τον εκσυγχρονισμό των Πανεπιστημίων ώστε να μπορέσουν να διεκδικήσουν μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα εκτός συνόρων.

Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι τόσο το πάλαι ποτέ σχέδιο «Αθηνά», όσο και η γνωμοδότηση της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης ως προς τη στρατηγική στο πεδίο αυτό (2015), είχαν ορθό προσανατολισμό. Δυστυχώς, οι πολιτικές επιλογές απαξίωσαν τις προτάσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας, η οποία συχνά ενδιαφέρεται για την εύνοια της κυβερνητικής εξουσίας. Τα Πανεπιστήμια πρέπει, άρα, να είναι αυτόνομα προκειμένου να αποφασίσουν τυχόν αναγκαίες συνενώσεις, με κριτήρια επιστημονικά, κριτήρια αποτελεσματικότητας.

Είναι ενθαρρυντικό ότι τα Πανεπιστήμια, όταν τους παρέχεται η ευκαιρία, καινοτομούν: 10 από τα 24 ελληνικά ΑΕΙ έχουν επιλέξει να ακολουθήσουν τον θεσμό των «Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων» για την περαιτέρω ανάπτυξη και διεθνοποίησή τους. Πρόκειται για ένα πλαίσιο που υποστηρίζει την καινοτομία σε κάθε πτυχή της λειτουργίας των ιδρυμάτων: την ποιότητα της εκπαίδευσης, τη δημιουργία κοινών προγραμμάτων και, σε κάποιο βάθος χρόνου, τη διαμόρφωση κοινών τίτλων, την έκταση διεθνών ερευνητικών συνεργασιών, τη συμβολή στην καινοτομία, την εξωστρέφεια σε τοπικό, εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, την προσέλκυση ξένων φοιτητών στη λογική ανταλλαγών ή ειδικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων, την αποτελεσματικότητα των διοικητικών δομών. Η ίδια η συγκρότηση των Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων αποτελεί τεράστια καινοτομία στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης σε παγκόσμιο επίπεδο και χρειάζεται ιδιαίτερη στήριξη από το κράτος.

Εν κατακλείδι, η συζήτηση περί ιδιωτικών Πανεπιστημίων πρέπει να δώσει τη θέση της στη συζήτηση για τον επαγγελματικό προσανατολισμό, τη μέθοδο εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και τον εκμοντερνισμό των κρατικών Πανεπιστημίων. Όσα θα μπορέσουν με άλλα λόγια να μετατρέψουν την Ελλάδα σε σημαντικό μορφωτικό πόλο του 21ου αιώνα.

* Δρ. Φυσικής, Ιδρυτής και Δ/νων σύμβουλος της εταιρείας SCIENOMICS