H διαμάχη ανάμεσα στην εργαλειοκρατία από τη μία πλευρά και τον ρεαλισμό από την άλλη αποτελεί ένα ζήτημα που εμφιλοχώρησε σε πολλές εκφάνσεις του επιστητού, με πιο γνωστή τη μορφή που έλαβε στις θετικές επιστήμες και ιδιαιτέρως στη φυσική. Το ερώτημα που προκύπτει σχετίζεται με τη σχέση των επιστημονικών θεωριών με τον κόσμο, όπου από τη μία πλευρά, στην εργαλειοκρατία, οι θεωρίες παρουσιάζονται ως συμβατικά, χρήσιμα εργαλεία που στερούνται οντολογικού status, ενώ από την άλλη, ο ρεαλισμός, προέκρινε την ιδέα ότι οι θεωρίες αυτές περιγράφουν ένα τμήμα του κόσμου όπως είναι πραγματικά. Προϊόντος του χρόνου φαίνεται ότι ισχυρότερη είναι η δεύτερη θεώρηση, καθώς −ανεξάρτητα από το γεγονός ότι επιβεβαιώνεται πειραματικά− είναι τελικά αυτός ακριβώς ο επιστημονικός «κέλευθος» που επιγεννά τολμηρότερες υποθέσεις. Προσεγγίζοντας το πεδίο της ηθικής θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει μια διαμάχη παρακείμενης υφής (χωρίς φυσικά αυτές οι δύο διαμάχες να ταυτίζονται) και συγκεκριμένα τη διαμάχη γύρω από τον ηθικό ρεαλισμό.
Πριν από κάποιο διάστημα στο λύκειο που διδάσκω, θέτοντας ακροθιγώς το ζήτημα του ηθικού υποκειμενισμού, ένας μαθητής εξέφρασε την απορία, εάν θα μπορούσαν να υπάρχουν «στοιχειώδη σωματίδια» στην ηθική, προτυποποιώντας έτσι τις θετικές επιστήμες και υπό τη σκέψη ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιφέρει την άρση της υποκειμενικότητας από αυτό το πεδίο, προσδίδοντάς του −μάλλον− έναν περισσότερο «φορμαλιστικό χαρακτήρα». Με άλλους όρους, θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο π.χ. για στοιχειώδη σωματίδια της αρετής, αποκαλώντας τα εδώ συμβατικά (ομολογουμένως κάπως αδόκιμα και παραμερίζοντας την ανεξαρτησία θα μπορούσαν να έχουν άλλα ηθικά στοιχεία, όπως οι αξίες ή τα καθήκοντα) ως «αρετόνια», τοποθετώντας αυτές τις φανταστικές σφαίρες να συγκρούονται κάθε φορά που μαλώνουμε για μια θέση στάθμευσης, κάθε φορά που βράζουμε ζωντανούς αστακούς ή κάθε φορά που προβάλλεται πορνογραφικό υλικό στην οθόνη του υπολογιστή μας; Συνήθως αντιμετωπίζουμε τον ηθικό ρεαλισμό αρκετά πεζά, σαν να αποτελεί μια θεωρία που υποστηρίζει τέτοιες «περίεργες οντότητες», όπως δηλαδή κάνει ο φορέας της κοινής λογικής, σαν τον μαθητή παραπάνω. Εάν αντιμετωπίσουμε τον ηθικό ρεαλισμό με αυτούς τους όρους, τότε είναι σαφές ότι ο ηθικός ρεαλισμός αποτελεί μια εσφαλμένη μεταηθική θεωρία· όμως δεν κάνει ακριβώς αυτό. Ο ηθικός ρεαλισμός υποστηρίζει ότι οι ηθικές κρίσεις μπορούν να είναι αληθείς ή ψευδείς και ότι οι ηθικές ποιότητες απολαμβάνουν ένα status «οντολογικής ανεξαρτησίας» από τις επιθυμίες μας, τα συναισθήματα μας και, ενίοτε, από την προθετικότητά μας. Εύλογα θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί ότι η αντίθετη άποψη, δηλαδή ο αντιρεαλισμός (συχνά επίσης κατασκευασιοκρατία), υποστηρίζει το αντίστροφο: οι ηθικές κρίσεις δεν επιδέχονται αληθοτιμές και τα στοιχεία της ηθικής φιλοσοφίας αποτελούν νοητικές κατασκευές. Ο Στέλιος Βιρβιδάκης, σημαντικός φιλόσοφος και εκλαϊκευτής της ηθικής φιλοσοφίας, χρησιμοποιεί ένα ωραίο σχήμα για να καταλάβουμε σε ποια πλευρά της διαμάχης θα μπορούσαμε να παραταχθούμε, αναφέροντας ότι «εάν είστε ηθικοί ρεαλιστές, πιστεύετε ότι την ηθική την ανακαλύπτουμε ως εξερευνητές, όπως ο Κολόμβος την Αμερική, δεν την επινοούμε, δεν την κατασκευάζουμε. Εάν είστε αντιρεαλιστές, πιστεύετε ότι τις ηθικές αξίες, τις ηθικές αρετές και αρχές, τις κατασκευάζουμε ή τις προβάλλουμε μέσα από τις επιθυμίες μας».
Πριν πάρετε την απόφαση σε ποιο από τα δύο αυτά στρατόπεδα θα συνταχθείτε, αξίζει να κάνετε μια αντιπαραβολή, που θα σταθεί ευεργετική για την οικονομία της κατανόησης αυτής της συζήτησης, αυτή με τα μαθηματικά. Δεν έχουμε δει στη ζωή μας ούτε έναν αριθμό εκεί έξω και έχω σοβαρούς λόγους να πιστέψω ότι δεν θα δούμε ποτέ έναν τέτοιο. Κι όμως, μας είναι πιο εύκολο να θεωρήσουμε ότι πράγματα όπως οι αριθμοί υπάρχουν, «είναι παντού», όπως συνήθιζαν να επαναλαμβάνουν οι καθηγητές μας στο σχολείο. Πολλοί από εμάς τείνουμε να προσεγγίζουμε αυτό που λέμε «μαθηματικά» συνήθως με ένα πλατωνικό πρίσμα, παραγκωνίζοντας άλλες πλευρές της φιλοσοφίας των μαθηματικών. Πιστεύουμε ότι οι εξισώσεις, οι παραγοντοποιήσεις, τα θεωρήματα του Γκέντελ απολαμβάνουν μια κάποια «αυτοτέλεια» και τα μαθηματικά μετατρέπονται έτσι σε έναν “mundus alius”, σε έναν αόρατο κόσμο ακριβώς δίπλα μας, σαν να παραδεχόμαστε σιωπηρά ότι βρίσκονταν πάντοτε «εκεί», και απλά περίμεναν να γίνουν αντικείμενο ανακάλυψης. Δεν τα βλέπουμε, αλλά περιέργως, με έναν σχεδόν μαγικό τρόπο λειτουργούν. Αυτό ακριβώς όμως δεν κάνει και η ηθική; Πολλές φορές πράττουμε έχοντας ως γνώμονα τα «αόρατα σωματίδιά» της, που καθορίζουν αυτά από μόνα τους έναν ειδικό τύπο πράξης, χωρίς απαραίτητα να θέτουμε ως ηθικούς οδοδείκτες εκείνες τις πλευρές της ηθικής που έχουν στο μεσοδιάστημα «ενδυθεί» έναν ακραιφνώς νομικό, πολιτικό ή θρησκευτικό «μανδύα». Κάπως σχηματικά: κάτι φαίνεται να συνδέει την ηθική με τα μαθηματικά και σχετίζεται με κάτι ευρύτερο από την απλή διαπίστωση της αορατότητας των δομικών τους στοιχείων ή με τις ειδοποιούς διαφορές τους, με μία από τις οποίες να εντοπίζεται στην έλλειψη τυπικής ακρίβειας των λέξεων της πρώτης (τοποθετήστε αντιπαραβολικά τη λέξη «πηλίκο» δίπλα στη λέξη «αξία»).
Το ζητούμενο του ηθικού ρεαλισμού είναι –μεταξύ άλλων− η ανάδειξη της αντικειμενικότητας μιας ηθικής αξίας μιας πράξης, μιας παράλειψης, ενός συμβάντος κ.ο.κ., προσεγγίζοντας έτσι ενδεχομένως μια ιδιότητα των μαθηματικών, την οποία η ηθική δεν έχει, αυτή δηλαδή της αμεταβλητότητας. Με αυτόν τον τρόπο η ηθική θα ισχυροποιούσε τις παρακινητικές διαστάσεις της, κάτι που δεν μπορούν να κάνουν τα μαθηματικά, αν και, για θεωρητικούς λόγους, θα δεχόμουν για την οικονομία αυτής της σύντομης πραγμάτευσης ότι ίσως και τα μαθηματικά να μπορούσαν να λάβουν τέτοιες δυνατότητες, όπως π.χ. στην περίπτωση της αισθητικής αποτίμησης μιας μαθηματικής πράξης που είναι ημιτελής και που η ολοκλήρωσή της θα μας απέδιδε μεγαλύτερο ποσοστό θεασιακής (ή άλλου τύπου) απόλαυσης. Οι ηθικοί αντιρεαλιστές θεωρούν ότι τέτοιες προκείμενες εισάγουν αντι-λογικά στοιχεία, όπως τα «αρετόνια», που φυσικά δεν υπάρχουν. Κι όμως, κάτω από ένα ηθικό «πέπλο άγνοιας» (veil of ignorance) όλοι θα συμφωνούσαμε εποπτικά ότι μια σειρά από πράξεις όπως ο φόνος είναι από μόνες τους ανήθικες, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω δικαιολόγηση, χωρίς εύλογες υποθέσεις, σαν ένα αποτέλεσμα ηθικής ενόρασης, χωρίς «αρετόνια». Θυμηθείτε εκείνον τον δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, όπου το 1964 στην ερώτηση για το τι είναι «άσεμνο» απάντησε: «Δεν ξέρω τι είναι άσεμνο, το αναγνωρίζω όμως αμέσως όταν το βλέπω».
Οι οπαδοί του ηθικού ρεαλισμού ισχυρίζονται ότι οι αξιολογήσεις με ηθική σημασία, οι κανονιστικές αρχές και τα καθήκοντα θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την αντικειμενική ύπαρξη ηθικών αξιών και πιστεύουν επίσης ότι υπάρχει ένας ελάχιστος −έστω− αριθμός ηθικών κρίσεων που επιδέχονται αληθοτιμές· πρέπει να υπάρχουν. Σαφώς και η ιδέα του ηθικού ρεαλισμού καλείται να αντιμετωπίσει τη στενωπό της οντολογικής εξάρτησης της ηθικής από την ανθρώπινη νόηση και να απαντήσει πειστικά στο ζήτημα της ανταποκρισιμότητας αυτών των εννοιών με την εξωτερική πραγματικότητα. Ερωτήματα όπως το «εάν δεν υπήρχε παρατηρητής εκεί έξω, οι σφαίρες αυτές (ενν. τα αρετόνια) θα συνέχιζαν να συγκρούονται;» είναι πραγματικά δυσαπάντητα. Εδώ εντοπίζεται αυτό το δυσερμήνευτο πρόβλημα με την ηθική, αφού έξω από εμάς ακόμη και οι απρόθετες καταστροφές, όχι απλώς δεν θα επιδέχονταν ηθικές προσεγγίσεις, αλλά δεν θα μπορούσαν καν να καλυφθούν κάτω από την «ομπρέλα» του malum physicum, του «φυσικού κακού», αυτού που θα μπορούσε να συμβεί και στον «καλύτερο δυνατό κόσμο», αφού και αυτό τελικά το ίδιο το malum physicum δεν αποτελεί τίποτε πέρα από μια ανθρώπινη επινόηση, στον βαθμό που ως έννοια επιδιώκει την αναλγητική λειτουργία απέναντι σε ένα δυσβάσταχτο συμβάν που είναι μη ανεξάρτητα ελέγξιμο και τις περισσότερες φορές μη διαχειρίσιμο. Είναι αληθές ότι τόσο αφηρημένα ζητήματα δύσκολα προσεγγίζονται από τους ανθρώπους σήμερα, όντας αντικείμενα εξέτασης ενός δεύτερης τάξης λόγου για την ηθική, δηλαδή του τομέα της μεταηθικής και επιβαρυντικός παράγοντας είναι φυσικά και η τεχνική φύση των απαντήσεων που είναι πολλές φορές αλεξιερεθιστική. Ο J. Mackie, οπαδός του ηθικού σκεπτικισμού, θα προέκρινε εδώ το επιχείρημα της «ιδιορρυθμίας». Τι σημαίνουν όλα αυτά; Γιατί μας παρακινούν τα στοιχεία της ηθικής; Πώς είναι εφικτό να υπάρχουν αρετόνια; Θα μπορούσαμε να απαντήσουμε στον J. Mackie χρησιμοποιώντας το επιχείρημά του αντίστροφα: crḗdimus quia absurdum· να πιστέψουμε στα αρετόνια ακριβώς επειδή μας φαίνονται «παράξενα».
*Ο Ηρακλής Καραμπάτος είναι υποψήφιος διδάκτορας στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ.
