Είναι γενικά αποδεκτό στον ευρωπαϊκό χώρο ότι τα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια παρά τις συνθήκες υποστελέχωσης και υποχρηματοδότησης, συστηματικά από το 2011 μέχρι σήμερα, συνεχίζουν να παρέχουν εκπαιδευτικό έργο υψηλής ποιότητας και να συμμετέχουν στο ερευνητικό γίγνεσθαι της χώρας με παραγωγή ερευνητικού έργου που ξεπερνά το 80%.
Το γεγονός αυτό κατατάσσει τα 22 ελληνικά ιδρύματα πολύ πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο και τα μισά εξ αυτών συγκαταλέγονται μεταξύ των κορυφαίων του κόσμου. Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλά από τα δημόσια Πανεπιστήμια της χώρας στη δύσκολη περίοδο της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, κατάφεραν να στηρίξουν αποτελεσματικά τη φοιτητική μέριμνα, αποφεύγοντας την εύκολη λύση των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά τους προγράμματα.
Η νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να επιτρέψει τη λειτουργία ιδιωτικών (μη κρατικών) Πανεπιστημίων έρχεται ουσιαστικά να ακυρώσει ό,τι η χώρα έχει επενδύσει και ό,τι οι καθηγητές και ερευνητές έχουν επιτύχει από το 1982, με πολλή προσπάθεια και κόπο. Είναι γνωστό ότι σε ανύποπτο χρόνο έχουν ζητηθεί από πλευράς κυβέρνησης της Ν.Δ. γνωμοδοτήσεις από νομικά γραφεία ή/και ομάδες νομικών σχετικές με τη δυνατότητα παράκαμψης της ισχύος του άρθρου 16 του Συντάγματος. Χαρακτηριστικό είναι το πόρισμα της κατά παραγγελία γνωμοδότησης των Ε. Βενιζέλου και Β. Σκουρή (Νομική Σχολή ΑΠΘ):
«Το άρθρο 16 παρ. 5 και 8 Σ, όπως ερμηνεύεται σε αρμονία προς το Δίκαιο της Ε.Ε., δεν αντιτίθεται στην ίδρυση από ελληνικό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (εμπορικού ή μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με στοιχεία διασυνοριακότητας που το εντάσσουν στο πεδίο της έννομης τάξης της Ε.Ε.) μη κρατικού/ιδιωτικού πανεπιστημίου…».
Η απάντηση όμως είναι ηχηρή από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 16, για όσους κατανοούν την ελληνική γλώσσα, και όπως χαρακτηριστικά τη διατυπώνει ο συνταγματολόγος Κ. Γιαννακόπουλος, «Η εγκατάσταση μη κρατικών Πανεπιστημίων στην Ελλάδα και, ιδίως, αυτών που προέρχονται από κράτη εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης, θα μπορούσε να επιτραπεί μόνο μέσω της τυπικής συνταγματικής αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του τελευταίου.
»Μέχρι, δε, να καταστεί εφικτή η κίνηση της σχετικής αναθεωρητικής διαδικασίας, οι θιασώτες της ίδρυσης μη κρατικών Πανεπιστημίων έχουν ακόμη αρκετό χρόνο να αναλογιστούν τους σοβαρότατους κινδύνους που ενέχει, για την ακαδημαϊκή ελευθερία των διδασκόντων και των διδασκομένων, η ιδιωτική χρηματοδότηση υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης…» (βιβλίο του Κ. Γιαννακόπουλου με τίτλο «La déréglementation constitutionnelle en Europe», Sakkoulas Publications, Athènes-Salonique, 2019).
Σήμερα, ιδιωτικά Πανεπιστήμια στη χώρα μας υπάρχουν και αυτά είναι τα Κολέγια που συνεργάζονται με τα Πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η κυβέρνηση φρόντισε, στην προηγούμενη θητεία της, να κατοχυρώσει πολλά από τα αιτήματα των ιδιοκτητών των Κολεγίων και οι απόφοιτοι ορισμένων τμημάτων τους να έχουν επαγγελματικά δικαιώματα. Η νομοθετική προσπάθεια του υπουργού Παιδείας έρχεται να πάει τα πράγματα ένα βήμα παραπέρα με τη νομοθέτηση των μη κρατικών, αλλά ουσιαστικά ιδιωτικών, Πανεπιστημίων κάνοντας χρήση μια κρυμμένης διάταξης του άρθρου το άρθρο 28 του Συντάγματος, αφού βέβαια η εφαρμογή της ΕΒΕ έχει αφήσει ένα μεγάλο αριθμό υποψηφίων φοιτητών εκτός των δημοσίων Πανεπιστήμιων δημιουργώντας μια πελατεία πάνω από 20.000 περίπου νέους, σε κάθε ακαδημαϊκή χρονιά για την ιδιωτική εκπαίδευση.
Επιπλέον, η πρόσφατη κύρωση της διακρατικής συμφωνίας Ελλάδας – Κύπρου για την αναγνώριση των τίτλων σπουδών των ιδιωτικών Πανεπιστημίων της Μεγαλονήσου παρακάμπτει τις διαδικασίες που απαιτούνται μέσω ΔΟΑΤΑΠ, αναγνωρίζει και δίνει ισοτιμία στα πτυχία τους, με τρόπο πολιτικά πρόχειρο και ακαδημαϊκά προκλητικό. Αναγνωρίζεται ακόμη και το Ιδιωτικό Παράρτημα του Λιβάνου καθώς και την Εκκλησιαστική Σχολή της Εκκλησίας της Κύπρου ως ισότιμη με τις θεολογικές σχολές των ΑΠΘ και ΕΚΠΑ. Ετσι, πλαγίως, έχει ανοίξει ο δρόμος των ιδιωτικών Πανεπιστημίων και στη χώρα μας.
Το γεγονός της ίδρυσης μη κρατικών Πανεπιστημίων είναι μία ακόμη απόπειρα υπονόμευσης των δημόσιων Πανεπιστημίων τα οποία σε καμιά περίπτωση δεν είναι κρατικά αλλά διαθέτουν διοικητική αυτονομία. Η χώρα σήμερα χρειάζεται ισχυρά δημόσια Πανεπιστήμια που θα διασφαλίσουν την επιστροφή των Ελλήνων ερευνητών του εξωτερικού σε ελκυστικά πλαίσια εργασίας και με αξιοπρεπείς μισθούς. Προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του δημόσιου Πανεπιστημίου αποτελούν η ουσιαστική οικονομική υποστήριξη των λειτουργικών εξόδων τους, η ενίσχυση των υποδομών κτιριακών και ερευνητικών καθώς η πλήρης στελέχωση των κενών που δημιούργησε η οικονομική κρίση.
Σήμερα μόνο το ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο παρέχει ελεύθερη πρόσβαση στη δωρεάν εκπαίδευση για το σύνολο των νέων ανεξάρτητων οικονομικοκοινωνικής βαθμίδας. Η φοίτηση δεν απαιτεί δίδακτρα, υποδηλώνοντας ότι η εκπαίδευση είναι δημόσιο αγαθό. Ταυτόχρονα παρέχει τη δυνατότητα στους φοιτητές, προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς, καθώς και στους νέους ερευνητές να συμμετέχουν ισότιμα και διασφαλίζει πλήρως την κοινωνική κινητικότητα. Στην πράξη, τα ιστορικά αλλά ευαίσθητα θεμέλια του ελληνικού δημόσιου Πανεπιστημίου, μετά από τόσους οικονομικούς τριγμούς και συγκεκριμένες πρακτικές υπονόμευσής τους, φαίνεται ότι αντέχουν.
*Πρώην πρύτανης Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
