Στα εορταστικά μηνύματά του για το 2024 o πρωθυπουργός ανήγγειλε το «ορμητικό κύμα αλλαγών» που αναμένεται να σαρώσει την ελληνική κοινωνία. Κορωνίδα των αλλαγών, η ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων, τα οποία η κυβέρνηση ονομάζει «ελεύθερα», μη κερδοσκοπικά-μη κρατικά, αποσιωπώντας την εξάρτησή τους από τις αγορές, τους επιχειρηματικούς ομίλους και τα τραπεζικά συστήματα.
Το «ιστορικό βήμα» της κυβέρνησης προς τα «ελεύθερα» Πανεπιστήμια δεν είναι, ωστόσο, παρά ένα ακόμα βήμα για να κλείσει μια παλιά εκκρεμότητα των νεοφιλελεύθερων προσδοκιών για την ιδιωτικοποίηση του «κοινού αγαθού» της ανώτατης εκπαίδευσης. Μεγάλο εμπόδιο ήταν και είναι το άρθρο 16, το οποίο παρακάμπτει, εγείροντας σοβαρά ζητήματα για τη δημοκρατία και το ίδιο το Σύνταγμα.
Στην ίδια γραμμή, ο υπουργός Παιδείας, αποκαλώντας «ναυαρχίδα» το δημόσιο Πανεπιστήμιο, δηλώνει πως «ανοίγουμε το παιχνίδι και βάζουμε κι άλλους μέσα».
Η αλήθεια είναι πως το παιχνίδι έχει ανοίξει προ καιρού και πολλοί «άλλοι» είναι ήδη μέσα: αναθέσεις επιμέρους λειτουργιών (π.χ. καθαριότητα) σε «τρίτους», δίδακτρα σε μεταπτυχιακά και επιμορφωτικά προγράμματα και, κυρίως, κατάργηση του πλήρους αυτοδιοίκητου (Συμβούλια Διοίκησης), δηλαδή, της κύριας δομής του πανεπιστημιακού θεσμού σε επίπεδο λήψης αποφάσεων. Δυστυχώς, όπως γνωρίζουμε, οι αντιστάσεις φοιτητών/τριών και σημαντικού μέρους του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού δεν απέτρεψαν τον «νόμο Κεραμέως».
Αυτή την πορεία σπεύδει να ολοκληρώσει η κυβέρνηση με την ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων, υποτάσσοντας το σύνολο της ανώτατης εκπαίδευσης σε «άλλους» που δεν είναι άλλοι από τους νόμους της αγοράς. Στον πυρήνα τους βρίσκουμε τον ακραίο ανταγωνισμό, την εξατομίκευση των κοινωνικών υποκειμένων, την προσωπική επένδυση και το ίδιον όφελος.
Τα συλλογικά οφέλη που επικαλείται η κυβέρνηση, στοχεύοντας όχι μόνο στην οικονομική διάσταση αλλά και στη συμβολική και συναισθηματική (παραμονή των νέων στη χώρα, κύρος των ξένων Πανεπιστημίων, προσέλκυση ξένων φοιτητών κ.ά.), αποκρύπτουν επιμελώς τον απώτερο σκοπό που είναι η περαιτέρω μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης στην ανώτατη εκπαίδευση και, κατά συνέπεια, στην έρευνα. Παρά τις διαβεβαιώσεις οικονομικής ενίσχυσης των δημόσιων Πανεπιστημίων, ώστε να καμφθούν οι πρώτες αντιδράσεις, είναι εύλογο η δημόσια χρηματοδότηση να μειωθεί μακροπρόθεσμα ακόμα περισσότερο. Διότι, με βάση τους αμείλικτους νόμους της αγοράς, ποιος επενδύει σε κάτι που διαρκώς απαξιώνεται και δεν μπορεί να είναι ανταγωνιστικό στο πεδίο της αγοράς εργασίας;
Ετσι, οι νέοι άνθρωποι, μακριά πλέον από τη διαδικασία της γνώσης που έχει ήδη περιθωριοποιηθεί, αντιμετωπίζονται περισσότερο ως επενδυτές-καταναλωτές, δηλαδή, ως ανθρώπινο κεφάλαιο και όχι ως ανθρώπινο δυναμικό. Κάτι που, με πενιχρά μέσα, προσπαθεί να αποφύγει το δημόσιο Πανεπιστήμιο, παρέχοντας όχι μόνο επιστημονική γνώση αλλά και την κοινωνική εμπειρία της συμμετοχής σε μια κοινότητα η οποία επιδιώκει να διαμορφώνει κοινές αξίες, χώρους και χρόνους, συλλογικότητες και αλληλέγγυους κοινωνικούς δεσμούς.
Αυτή η λειτουργία πλήττεται σήμερα, καθώς τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια σηματοδοτούν την όξυνση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων ανάμεσα σε νέους/ες ευκατάστατων οικογενειών, που μπορούν να επενδύουν στις σπουδές τους, και σε νέους/ες φτωχών οικογενειών που είτε θα αποκλείονται από την ανώτατη εκπαίδευση είτε θα «επαγγελματοποιούνται» σε υποβαθμισμένα κολέγια και δημόσια Πανεπιστήμια με σίγουρη προοπτική το στρες της ανεργίας, της επισφαλούς απασχόλησης και των κακοπληρωμένων ευέλικτων θέσεων εργασίας.
Οι ιδιωτικοποιήσεις, όμως, εκτός από τις οικονομικές ανισότητες, θέτουν στη συζήτηση και ερωτήματα σχετικά με το τι σημαίνει να είσαι φοιτητής – πελάτης – επενδυτής. Ενισχύουν τις υπάρχουσες εξουσιαστικές δομές και τις ιεραρχήσεις φύλου, φυλετικών/εθνοτικών ομάδων, ατόμων που χρήζουν ιδιαίτερης αντιμετώπισης κ.ά. Επισφραγίζουν πληθώρα κοινωνικών, συμβολικών και πολιτισμικών διακρίσεων οι οποίες αποτυπώνονται στα «καλά σχολεία», σε μη τυπικές και τυπικές εκπαιδευτικές πρακτικές (αθλητισμός, τέχνες, εκδρομές κ.λπ.), προσδίδοντας κύρος και συμβολική αναγνώριση σε λίγους, στοιχεία διόλου αμελητέα για την επαγγελματική σταδιοδρομία.
Τα δημόσια Πανεπιστήμια, παρά τις όποιες αλλοιώσεις από τους κυρίαρχους νόμους της αγοράς, αποτελούν κοινό αγαθό που έχει νόημα να υπερασπιστούμε. Οχι μόνο επειδή εξασφαλίζουν, κατά γενική παραδοχή, υψηλή εκπαίδευση για τους πολλούς. Αλλά επειδή η διδασκαλία και η έρευνα σε αυτά εξακολουθεί να διαμορφώνει συνθήκες για διεκδικήσεις, αμφισβητήσεις και γόνιμες συγκρούσεις για την ισότητα, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία.
Από αυτή τη σκοπιά, τα δημόσια Πανεπιστήμια δεν έχουν εγκλωβιστεί ολοκληρωτικά στο νεοφιλελεύθερο φαντασιακό του ατομικού επιτεύγματος. Μπορούν, μάλιστα, να το αμφισβητούν στο όνομα μιας διαφορετικής κουλτούρας που πριμοδοτεί το «ζούμε και δημιουργούμε μαζί» εντός και εκτός Πανεπιστημίων.
Ισως αυτό ακριβώς να αντιλαμβάνεται ο υπουργός Παιδείας ως «εκπαιδευτική ανορθογραφία» που πρέπει να διορθωθεί. Ας ευχηθούμε η πανεπιστημιακή κοινότητα και, κυρίως, οι φοιτητές/τριες να διορθώσουν τον υπουργό μαθαίνοντάς του πως η μέγιστη εκπαιδευτική ανορθογραφία είναι η αντιγραφή των νόμων της αγοράς στις διαδικασίες, φανερές και αφανείς, παραγωγής και κατάκτησης της γνώσης.
*Ομότιμης καθηγήτριας Κοινωνιολογίας, πρώην κοσμήτορα Παντείου Πανεπιστημίου
