Κώστας Μαρούντας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το debate ανάμεσα στους αρχηγούς των δύο κομμάτων που διεκδικούν στις επερχόμενες εκλογές την πρωτοκαθεδρία της εγχώριας πολιτικής εξουσίας τελείωσε στην ώρα του και έχουμε απομακρυνθεί πια αρκετά χρονικά. Επομένως, δεν είναι λίγα εκείνα τα ενεστωτικής χροιάς αντικείμενα διερεύνησης που το έχουν αφήσει πίσω στο κεντρικό ενδιαφέρον όσων ανθρώπων παρακολουθούν επισταμένως τα δημόσια δρώμενα. Ειδικά σε μέρες που η κλεψύδρα προχωράει ακάθεκτη, στις οποίες κορυφώνεται η αντιπαράθεση και που για όσους αγωνιούν για το τελικό αποτέλεσμα η στιγμή της αποσαφήνισης/διακοίνωσης του είναι κάτι που επιθυμούν οι ίδιοι περισσότερο, πχ, από ότι πριν από λίγες μέρες. Όσο για τα ίδια τα κόμματα, φορτσάρουν, εφαρμόζουν τις προεπιλεγμένες τακτικές της τελευταίας στιγμής επιθυμώντας αυτές να αποδειχτούν την Κυριακή όσο το δυνατόν πιο αποδοτικές. Βέβαια, η μόνη σιγουριά για αυτό είναι οι όποιες εμπεριστατωμένες αναλύσεις προκύψουν μετά το αποτέλεσμα, που θα προσπαθήσουν να διαπιστώσουν το πότε (ποιο χρονικό διάστημα της προεκλογικής περιόδου) κρίθηκε η λαϊκή επιλογή.

Για να γυρίσουμε λίγο στο debate, από τεχνικής και ουσιαστικής άποψης μια από τις εκτιμήσεις που θεωρεί η ταπεινότητα μας ότι προσέγγισαν όσο το δυνατόν πιο εύστοχα τη διαδικασία ήταν -το ίδιο βράδυ στην τηλεοπτική εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου- η παρέμβαση του καθηγητή ρητορικής Γιάννη Ανδριανάτου. Γενικώς, όπως πολύ εύκολα μπορεί να πει ο οποιοσδήποτε είδε το event, λίγες ήταν οι στιγμές που άναβε ουσιαστικά το ενδιαφέρον υπό την έννοια ότι διαδραματιζόταν ή λεγόταν κάτι που δεν θα το περίμενε κανείς. Αυτό που γενικότερα λείπει από την πολιτική σκηνή της χώρας είναι η έμπνευση, η εξεύρεση εκφραστικών μέσων και του ανάλογου προσωπικού ύφους που πραγματικά θα κινήσουν «εσωτερικές διαδικασίες» στον κάθε άνθρωπο που έρχεται σε επαφή με τα πολιτικά επιχειρήματα που κατατίθονται. Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι φορές που οι Έλληνες πολιτικοί στην προσπάθεια τους να ξεφύγουν από τα τετριμμένα -που παρεμπιπτόντως οι ίδιοι δημιούργησαν- εφευρίσκουν τακτικισμούς που κάθε άλλο παρά πείθουν για το αυθόρμητο και το ευφυές του πράγματος. Ειδικά, εκεί που σε πιάνει απογοήτευση -όταν έχεις απαιτήσεις από τους ανθρώπους που ηγούνται θεσμικά του τόπου, αν δεν σε νοιάζει δεν έχει τότε καμία σημασία, ίσα-ίσα το διασκεδάζεις και λίγο…- είναι όταν καταφεύγουν σε προσωπικές επιθέσεις. Αυτά σε γενικές γραμμές.

Πιο εξειδικευμένα, από ένα debate ο καθένας μάλλον κρατάει συνήθως αυτό που ευθυγραμμίστηκε με τις πρωθύστερες επιθυμίες του. Δύσκολα λαμβάνουν χώρα ανατροπές ουσίας, ακόμα πιο δύσκολα να προβληματιστούν οι περισσότεροι μεταγενεστέρως με τέτοιο τρόπο που να βελτιωθούν μέσα τους -ανεξαρτήτως της τελικής επιλογής που θα κάνουν. Οι περισσότεροι κρατάμε αυτό που θέλουμε, έτσι ώστε να ενισχύσουμε την προκαθορισμένη -μην κοροϊδευόμαστε- θέση μας με δανεικά επιχειρήματα που ανέκυψαν live. Xωρίς να μας απασχολεί και τόσο πολύ αν κάτι μας θυμίζουν. Αυτό που πρέπει πάντως να συνυπολογίσουμε είναι πως μπορεί ο κάθε ένας -για παράδειγμα- πολιτικός να έχει διαλέξει την τακτική της ψυχραιμίας και του χαμόγελου, κάποιος άλλος της επιθετικής εκφοράς του λόγου, ενώ κάποιος τρίτος τη στάσιμη παθητικότητα του διαρκούς αμυντισμού. Δεν λείπουν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συνδυάζονται αυτά τα στοιχεία μέσα στην ίδια διαδικασία. Το θέμα είναι πως αυτός που υποστηρίζει τον Β πολιτικό θα κρίνει στημένο το χαμόγελο του Α πολιτικού, και «αχταρμά» με έλλειψη σταθερότητας τη στάση του Γ. Άρα, όταν ακούμε επιχειρηματολογίες υποστήριξης ή αποδόμησης πρέπει να κρίνουμε και ποιον σκοπό υπηρετεί ο κάθε εκφραστής τους. Τότε οι τακτικές και η αποτελεσματικότητα τους θα μπορούν να διακριβωθούν ευκρινέστερα. 

ΥΓ. Στη ζωή πολλές φορές διακατεχόμαστε από ένα απροσδιόριστο εσωτερικό ανέλεγκτο που δεν μας αρέσει, αλλά μάθαμε να ζούμε με αυτό. Και δεν μας αφήνει να χαρούμε κιόλας αυτά που κάνουμε. Τότε είναι που επιστρατεύουμε ότι πιο οξυδερκές διαθέτουμε στο νου μας για να ανασκευάσουμε τις σχηματοποιημένες καταστάσεις και να δώσουμε μόνοι μας απαντήσεις σε ερωτήματα που «επείγουν». Αν και η μεγαλύτερη ασπίδα προστασίας μας απέναντι στις δυσκολίες της ζωής είναι η δουλειά που κάνουμε με τον εαυτό μας, είναι πολύ πιο εύκολο αντί για αυτήν να εμπιστευόμαστε ότι είδους πώρωση έχουμε μέσα μας. Αυτού του είδους η δύναμη, ναι είναι δύναμη, είναι η πιο εύκολη να αποκτηθεί, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πόσο μπορεί να κρατήσει, αλλά ας προετοιμαζόμαστε όταν την έχουμε για όταν αυτή μας εγκαταλείψει. Όσο πιο απλωτή (οριζοντίως) είναι η σκέψη μας, τόσο πιο ψηλά (καθέτως) πηγαίνει, και τόσο πιο πολύ απομακρυνόμαστε από το σημείο ισορροπίας μας. Όσο πιο πολλά λέμε, τόσες περισσότερες τρύπες ανοίγουμε στην οπισθοφυλακή μας, γιατί έτσι πολλαπλασιάζουμε τις γεννήτριες αντιλόγου. Κάποιες φορές το λιτό, συνοδευόμενο από ένα βαθύ χαμόγελο ίσως είναι αφοπλιστικό. Αλλά, αυτό το ρημάδι αρέσκεται να ευδοκιμεί κοντά στο σημείο ισορροπίας και το ταντάλειο μαρτύριο γίνεται στις αναλογίες/αντιστοιχίες που υπάρχουν δικό μας βίωμα…