Στο πρόσφατο (11/10) ντιμπέιτ μεταξύ των υποψηφίων δημάρχων Μπακογιάννη και Δούκα, οι δημοσιογράφοι της κρατικής τηλεόρασης, στη θεματική «Πολιτισμός», έθεσαν δύο ερωτήματα: το πρώτο, προς τον κ. Μπακογιάννη, είχε να κάνει με τα κυκλοφοριακά προβλήματα που προκαλούνται στους δρόμους της πόλης όταν γίνονται μεγάλες εκδηλώσεις πολιτισμού ή αθλητισμού.
Το δεύτερο, προς τον κ. Δούκα, είχε να κάνει με τις «μουντζούρες» στους τοίχους της Αθήνας. Ο κ. Μπακογιάννης στην απάντησή του μίλησε αποκλειστικά για το κυκλοφοριακό χωρίς αναφορά στην πολιτιστική πολιτική του δήμου, ενώ ο κ. Δούκας αναφέρθηκε, ευτυχώς, στην τέχνη των τοιχογραφιών στον δημόσιο χώρο και μίλησε για την ανάγκη διάχυσης του πολιτισμού στις γειτονιές.
Το παράδειγμα αυτό καταδεικνύει πόσο υποτιμημένη είναι στον δημόσιο λόγο, αλλά και στη συνείδηση πολιτών και αιρετών, η σχέση μεταξύ δήμου και πολιτισμού, τη στιγμή που στην υπόλοιπη Ευρώπη ο πολιτισμός θεωρείται ως σημαντικός πυλώνας για την καταπολέμηση κοινωνικών ανισοτήτων, την επίτευξη κοινωνικής συνοχής και τη διαχείριση, σε επίπεδο κοινωνίας, κρίσεων όπως το προσφυγικό ή η κλιματική αλλαγή. Χαρακτηριστικά, το δίκτυο ευρωπαϊκών πόλεων Eurocities (του οποίου είναι μέλος και η Αθήνα) αναφέρει μεταξύ των αρχών του την προώθηση του πολιτισμού «ως μέσου για την κοινωνική αλλαγή και τη βελτίωση των ανθρωπίνων σχέσεων» και αναγνωρίζει ρητά ότι «ο πολιτισμός αποτελεί μοχλό για την αστική και οικονομική ανάπτυξη και συμβάλλει ευθέως στη βελτίωση των συνθηκών ζωής των κατοίκων».
Αντίστοιχα, ο Tom Fleming, ειδικός σε θέματα αστικής πολιτιστικής πολιτικής, αναγνωρίζει την τεράστια σημασία του πολιτισμού στη διαμόρφωση των πόλεων («city-making») και τονίζει ότι «οι πόλεις πρέπει να στηρίξουν τη δημιουργία χτίζοντας συμπεριληπτικές συνέργειες με τον χώρο του πολιτισμού. Ο πολιτισμός πρέπει να πρωτοστατεί σε μακροστρατηγικές που θα επηρεάσουν τον αστικό σχεδιασμό, την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα κ.ά. […] Η σύνδεση με τις κοινότητες, η εμπλοκή των νεότερων γενεών στον σχεδιασμό της πολιτιστικής πολιτικής, μπορεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη και να γεφυρώσει πολιτισμικά και γενεαλογικά χάσματα. […] Εξίσου σημαντική είναι η επένδυση και οι πόλεις πρέπει να αναζητήσουν συν-επενδυτές από διαφορετικές πηγές – την κεντρική κυβέρνηση, τον ιδιωτικό τομέα, άλλες δημόσιες πηγές». Ο Fleming καταλήγει ότι «πρέπει να στηρίξουμε ισχυρά, συμπεριληπτικά, ανανεωτικά πολιτισμικά οικοσυστήματα».
Τις τελευταίες εβδομάδες και εν όψει δημοτικών εκλογών, είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με καλλιτέχνες και πολιτιστικούς διαχειριστές σε τρεις πόλεις (Πόρτο, Λισαβόνα και Νάντη) που εφαρμόζουν επιτυχημένα προγράμματα πολιτιστικής πολιτικής με σαφείς τους στόχους της ενσωμάτωσης, της πολιτιστικής αποκέντρωσης και της δημιουργίας ευκαιριών για το μεγαλύτερο δυνατό κομμάτι του δημιουργικού δυναμικού της πόλης. Κάποιες κοινές συνισταμένες μεταξύ της πολιτικής των τριών πόλεων που αξίζει να αποτελέσουν παράδειγμα και για την Αθήνα:
1. Η ύπαρξη ανοιχτών προσκλήσεων προς καλλιτέχνες για τη δημιουργία έργου στην πόλη. Στην περίπτωση της Λισαβόνας, η οικονομική ενίσχυση δίνεται χωρίς ανταγωνιστική διαδικασία επιλογής, από μία επιτροπή του δήμου που προσπαθεί να ενισχύσει όσο το δυνατόν περισσότερους καλλιτέχνες/ομάδες (περίπου 200 ομάδες τον χρόνο λαμβάνουν ενίσχυση) και σε ορισμένες περιπτώσεις η ενίσχυση μπορεί να είναι σε είδος (π.χ. κάλυψη λειτουργικών αναγκών, παροχή χώρου και εξοπλισμού). Στην περίπτωση του Πόρτο, η πρόσκληση αφορά ακόμα και καλλιτέχνες που δεν είναι από το Πόρτο αλλά δημιουργούν εκεί. Στη Νάντη η διαδικασία επιλογής γίνεται βάσει κριτηρίων και περίπου 450 ομάδες τον χρόνο λαμβάνουν οικονομική ενίσχυση (ύψους, κατά μέσον όρο, μεταξύ 5.000-15.000 από τον δήμο για συγκεκριμένα πρότζεκτ, ενώ πιο καταξιωμένες ομάδες λαμβάνουν στήριξη για τα λειτουργικά τους έξοδα σε βάθος 3ετίας ανεξαρτήτως πρότζεκτ).
2. Η υποστήριξη της διεθνούς κινητικότητας των καλλιτεχνών μέσω ανοιχτών προσκλήσεων προς καλλιτέχνες, κάτι που, σύμφωνα με τις συνομιλήτριές μου από το Πόρτο, αποτελεί σανίδα σωτηρίας για τους καλλιτέχνες που δημιουργούν στην περιφέρεια της Ευρώπης (εμπειρία την οποία σίγουρα οι Ελληνες καλλιτέχνες συμμερίζονται). Η Λισαβόνα και η Νάντη καλλιεργούν συστηματικά σχέσεις ανταλλαγών με συγκεκριμένες πόλεις (συχνά αλλά όχι αποκλειστικά σε πόλεις πρώην αποικιών και μέσω πολιτιστικών φορέων, όπως π.χ. τα κατά τόπους ινστιτούτα), ενώ η τελευταία διοργανώνει και ετήσιο συνέδριο/συνάντηση όπου οι ντόπιοι καλλιτέχνες μπορούν να ενημερωθούν για ευκαιρίες στο εξωτερικό. Αντιστοίχως και οι τρεις πόλεις ενθαρρύνουν με οικονομική στήριξη ή/και προγράμματα φιλοξενίας και την έλευση καλλιτεχνών από το εξωτερικό προκειμένου να συνεργαστούν με ντόπιους καλλιτέχνες.
3. Η πολιτιστική αποκέντρωση: χαρακτηριστικά είναι τα προγράμματα του Πόρτο και της Νάντης μέσω των οποίων καλλιτέχνες συνεργάζονται με τις τοπικές κοινωνίες σε υποβαθμισμένες γειτονιές εκτός αστικού κέντρου. Σε αντίθεση με το ξεπερασμένο μοντέλο της «υπαγόρευσης» ενός καλλιτεχνικού προγραμματισμού από το αστικό κέντρο για κατανάλωση στην περιφέρεια, εδώ οι καλλιτέχνες ζουν και συνεργάζονται σε βάθος χρόνων με τους κατοίκους των γειτονιών και έτσι ο προγραμματισμός που προκύπτει αποτελεί προϊόν συναπόφασης που αντανακλά τις ανάγκες και προτεραιότητες αυτών των κοινωνιών.
Εμπνεόμενη από τον υπόλοιπο κόσμο αλλά και τις ανάγκες της πόλης, η καινούργια δημοτική αρχή που προέκυψε στην Αθήνα οφείλει να δώσει στον πολιτισμό τη βαρύτητα που του αξίζει και να σχεδιάσει μια σοβαρή πολιτιστική πολιτική για όλους.
Πηγές: https://eurocities.eu/goals/culture-and-creativity/.
https://eurocities.eu/latest/unlocking-urban-potential-cultures-transformative-power/
● Θερμές ευχαριστίες στις: Mafalda Sebastiao, συντονίστρια στη Διεύθυνση Πολιτισμού στον Δήμο της Λισαβόνας, Doris Abela, υπεύθυνη διεθνών ανταλλαγών στη Διεύθυνση Πολιτισμού στον Δήμο της Νάντης, Ana Vitorino και Ιnes de Carvalho, καλλιτέχνιδες με έδρα το Πόρτο, Marie Le Sourd, γενική γραμματέα του On-the-move.
*Διδάκτωρ Θεατρολογίας, υπεύθυνη καλλιτεχνικού προγραμματισμού και παραγωγός
