Η νίκη της Δύσης στον Ψυχρό Πόλεμο και η πτώση της ΕΣΣΔ εγκαινίασαν το διαβόητο «τέλος της Ιστορίας». Μια εποχή κατά την οποία, υποτίθεται, θα επικρατούσε στον πλανήτη ο συνδυασμός μιας -στρεβλής- εκδοχής του πολιτικού φιλελευθερισμού αφενός και του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού των ελεύθερων αγορών αφετέρου. Η Νέα Παγκόσμια Τάξη κατά τον Μπους τον πρεσβύτερο -μεταξύ άλλων. Πίσω από την απλοϊκότητα του εν λόγω ιδεολογήματος κρυβόταν η διαχρονική επιδίωξη κάθε αυτοκρατορίας: η ιδεολογική, πολιτική και οικονομική ηγεμονία.
Τελικά το «τέλος της Ιστορίας» αποδείχτηκε απλά ένα βραχύβιο interregnum δυτικής επικυριαρχίας. Κράτησε λιγότερο από τις προηγούμενες ηγεμονίες στον ρου της Ιστορίας -οριακά τρεις δεκαετίες- και τελειώνει με τον ίδιο τρόπο που τέλειωσαν όλες: με την ανάδυση μιας άλλης ή άλλων ανταγωνιστικών αυτής μεγάλων δυνάμεων.
Μπορεί κανείς να δει σχηματικά την εικόνα αυτής της νέας παγκόσμιας πραγματικότητας αντιπαραθέτοντας την «οικογενειακή» φωτογραφία των G7 από τη μία πλευρά με αυτή των BRICS+ από την άλλη. Μάλιστα θα διαπίστωνε ότι η σύνθεση της τελευταίας κατά την τελευταία σύνοδο του μπλοκ στο Γιοχάνεσμπουργκ στις 22-24 Αυγούστου ήταν ευδιάκριτα διευρυμένη. Οι BRICS+ διεκδικούν με αξιώσεις τουλάχιστον ισότιμο μερίδιο της παγκόσμιας ισχύος με αυτό της Δύσης, χτίζοντας σταδιακά ένα εναλλακτικό μοντέλο οικονομικής συνεργασίας πέρα από το κλασικό τρίπτυχο της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα όπου δεν θα κυριαρχεί το αμερικανικό δολάριο (πολύ δε λιγότερο το ευρώ).
Μολονότι όμως είναι αλήθεια ότι διακρίνονται δύο συνασπισμοί, η ανάγνωση της κατάστασης ως ενός νέου διπολισμού θα ήταν εσφαλμένη. Αλλες μικρότερες ή μεγαλύτερες δυνάμεις, περιφερειακής ή παγκόσμιας εμβέλειας, θα επιδιώξουν να διατηρήσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αυτονομία εξυπηρετώντας τα δικά τους στρατηγικά συμφέροντα κινούμενες μεταξύ των δύο πόλων. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Δύση (και ιδίως η Ευρώπη) δεν πρέπει πλέον να θεωρεί ως δεδομένο ότι η ίδια είναι «η διεθνής κοινότητα», ότι οι δικές της πολιτισμικές αξίες είναι οικουμενικές και ότι ο υπόλοιπος πλανήτης θα θεωρεί αυτομάτως τη δική της αντίληψη των πραγμάτων ως τη μόνη αποδεκτή. Μάλιστα είναι αυτή ακριβώς η συγκαταβατική προσέγγιση, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη εκμετάλλευση των πλούσιων οικονομικών πόρων του Παγκόσμιου Νότου, που γεννά στα κράτη τα οποία υπήρξαν κάποτε τμήματα των ευρωπαϊκών υπερπόντιων αυτοκρατοριών εξαιρετικά δυσάρεστες μνήμες από την εποχή της αποικιοκρατίας και του «εκπολιτιστικού» της έργου.
Ο κόσμος του 21ου αιώνα δεν θα είναι μονοπολικός. Ούτε όμως αυστηρά διπολικός όπως την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Θα είναι περίπλοκος και ρευστός, δυναμικός και όχι στατικός, άρα ασταθής και απρόβλεπτος. Καμία υπερδύναμη ή οικονομικός και στρατιωτικός συνασπισμός δεν θα κατέχει τη θέση του ενός και αδιαμφισβήτητου ηγεμόνα. Νέοι θεσμοί διεθνούς οργάνωσης θα χρειαστεί να θεσπιστούν.
Η Ευρώπη βρίσκεται στα περιθώρια αυτού του ταχύτατα μεταβαλλόμενου χάρτη. Πράγμα που έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με την εικόνα που, για ανεξήγητους λόγους, συχνά έχουν για τον εαυτό τους και τη σπουδαιότητα των θεσμών και των κρατών που εκπροσωπούν κάποιοι Ευρωπαίοι ηγέτες. Μια εικόνα που δείχνει να έχει παγώσει στην εποχή που οι αυλές της Ευρώπης διαφέντευαν τον κόσμο, οι Ινδίες ήταν το διαμάντι του Βρετανικού Στέμματος, οι ισπανικές γαλέρες μετέφεραν τον χρυσό του Ελντοράντο, Γάλλοι, Αγγλοι και Βέλγοι τεμάχιζαν την Αφρική μεταξύ τους και η Ολλανδική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών ήλεγχε το εμπόριο των μπαχαρικών από την Μπατάβια ώς το Αμστερνταμ.
Στην πραγματικότητα η Ευρώπη έχει απεμπολήσει κάθε σκέψη περί της δήθεν στρατηγικής αυτονομίας της, επιλέγοντας ή αποδεχόμενη τον υποβιβασμό της σε απλή συνιστώσα του ευρωατλαντικού συστήματος ασφαλείας στο οποίο κυριαρχούν οι ΗΠΑ. Ο ρόλος της σε αυτό το σχήμα είναι αυτός του ελάσσονος -ή ακόμα και του υποτελούς- εταίρου. Οι σποραδικές περί του αντιθέτου ρητορικές εξάρσεις καθιστούν την παρακμή και την αδυναμία της ακόμα περισσότερο ανάγλυφη.
Ο υπόλοιπος κόσμος το αντιλαμβάνεται αυτό και έτσι την αντιμετωπίζει. Πράγμα το δίχως άλλο ατυχές, διότι μια Ευρώπη που θα έδειχνε τον πραγματισμό και την ετοιμότητα να είναι ειλικρινής συνομιλητής εταίρων αλλά και αντιπάλων, με άλλα λόγια μια Ευρώπη ανοιχτή στις νέες παγκόσμιες πραγματικότητες, θα μπορούσε να ανακτήσει μια σημαντική θέση στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και να προσφέρει καλές υπηρεσίες στην υπόθεση της διεθνούς ειρήνης. Ομως αυτή η Ευρώπη φαίνεται να έχει εξοριστεί οριστικά και αμετάκλητα στη σφαίρα της ουτοπίας.
Οσο για την Ελλάδα, αυτή ανήκει και θα συνεχίσει να ανήκει «εις την Δύσιν», ούσα η ίδια δευτερεύον παράρτημα του ευρωπαϊκού παραρτήματος του ΝΑΤΟ. Για κάποιους αυτό είναι μια επιλογή ρεαλισμού, ιδίως εν όψει της χαμηλής κατάταξης της χώρας μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Για άλλους, όμως, είναι κατάντημα.
* δικηγόρος, διδάκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών
