ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Κώνστας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το δάνειο του τίτλου από το γνωστό θεατρικό έργο του Τενεσί Γουίλιαμς θα μπορούσε να συνοψίσει πιο πετυχημένα το περιεχόμενο αυτού του κειμένου εάν περιείχε τη λέξη «καπνιά» και όχι «καταχνιά» (όπως άλλωστε είναι και ο πρωτότυπος τίτλος, «Summer and Smoke», αντί του ποιητικότερου «καταχνιά»).

Αλλά και έτσι αποδίδει, με δυο μόνο λέξεις, το διεθνολογικό περιεχόμενο του φετινού καλοκαιριού: τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βίλνιους της Λιθουανίας, τη Διάσκεψη των 43 κρατών για το Ουκρανικό στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας, το πραξικόπημα και την ανατροπή του προέδρου του Νίγηρα στο Σαχέλ της Δυτικής Αφρικής μέσα σε συνθήκες μιας χωρίς σύγχρονο προηγούμενο καταστροφής του περιβάλλοντος από πρωτοφανείς θερμοκρασίες, πυρκαγιές δασών και πλημμύρες. Από το εξωτικό Μάουι της Χαβάης και τη Ρόδο μέχρι τη Νέα Σκοτία και τη Βρετανική Κολομβία του Καναδά.

Ας συνοψίσουμε. Οι μεταπολεμικοί πολιτικοί διεθνείς θεσμοί, με τη μορφή που επιβίωσαν του τέλους του ψυχρού πολέμου, δεν ανταποκρίνονται πλέον στις σύγχρονες ανάγκες. Είναι γνωστό το παράδειγμα του Συμβουλίου Ασφαλείας και της παρατεταμένης παράλυσής του που κορυφώθηκε με την απευθείας εμπλοκή μόνιμου μέλους του, της Ρωσίας, σε πολεμική αναμέτρηση με άλλο κυρίαρχο κράτος-μέλος των Η.Ε. Ομως και οι ΗΠΑ δεν αντιπροσωπεύουν πλέον την υπερδύναμη που με άμεσο ή έμμεσο τρόπο επέβαλλε κατά το δοκούν τη θέλησή της.

Τα σοβαρά εσωτερικά προβλήματα της οικονομίας, ένα εθνικό χρέος 31 τρισεκατομυρίων δολαρίων και η ετήσια πληρωμή των σχετικών τόκων, καθιστούν σχεδόν αδύνατη την εξισορρόπηση του προϋπολογισμού και τη διαιώνιση της στρατιωτικής υπεροπλίας των ΗΠΑ. Εξάλλου, η εμπλοκή τους την τελευταία εικοσαετία σε πολυάριθμες στρατιωτικές επεμβάσεις ούτε την ασφάλεια ούτε την ευημερία τους εξυπηρέτησε.

Μάλιστα η συμμετοχή τους υπό τη μορφή παροχής οπλισμού στον πόλεμο στην Ουκρανία έθεσε σε αμφιβολία την ικανότητά τους να διατηρούν τα άμεσα διαθέσιμα συμβατικά στρατιωτικά τους αποθέματα. Τυχόν ανάγκη άμεσης αναπλήρωσής τους προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε μια άλλη μεγάλη σύγκρουση θα ήταν εξαιρετικά δυσχερής ή και αδύνατη. Οσον αφορά την οικονομική και πολιτική εξισορρόπηση της Κίνας, έχει αποτύχει, με την τελευταία να αναδεικνύεται σε πρώτη παγκόσμια οικονομική δύναμη, με μεγάλη πρόοδο στη στρατιωτική, διαστημική και πληροφορική τεχνολογία και συνεπώς και σε επίφοβο πολιτικό ανταγωνιστή στην περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού.

Η Σύνοδος της Τζέντα στην οποία ήδη αναφερθήκαμε είναι ενδεικτική της κατάστασης που δημιουργεί η αναβάθμιση όχι μόνο της Κίνας αλλά και της Σαουδικής Αραβίας που δεν διστάζουν, τηρώντας κάποια προσχήματα, να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για το Ουκρανικό, κρατώντας ορισμένες αποστάσεις από τη Ρωσία. Ομως η Κίνα είναι επίσημα, από το 2001,σύμμαχος της Ρωσίας στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σανγκάης, ενώ η Σαουδική Αραβία ασκεί από κοινού με τη Μόσχα κοινή ενεργειακή πολιτική ως εξέχουσα δύναμη του OPEC. Εξάλλου δεν πρέπει να υποβαθμίζεται η πρόσφατη αποκατάσταση, με κινεζική πρωτοβουλία, των σχέσεων του Ριάντ με την Τεχεράνη.

Εάν περιορίσει κανείς την αναζήτηση των επιπτώσεων της ουκρανικής κρίσης στην κλιματική αλλαγή σε αποφάσεις που λήφθηκαν και θεσμούς που τέθηκαν σε λειτουργία πριν από την έναρξη του πολέμου, τότε θα διαπιστώσει με κάποια ικανοποίηση ότι η Συμφωνία των Παρισίων (2015), με όλα τα προβλήματα και τις ατέλειές της, συνεχίζει να υφίσταται και να λειτουργεί. Είναι όμως προφανές ότι ο ρυθμός υπερθέρμανσης του πλανήτη επιβάλλει πρόσθετα μέτρα που στη λήψη τους θα μπορούσε να συμβάλει οικονομικά ένας πολύ παλαιότερος θεσμός, η Παγκόσμια Τράπεζα, που ιδρύθηκε το 1944 μέσα στις φλόγες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η φήμη της Παγκόσμιας Τράπεζας έχει συχνά αμαυρωθεί όχι μόνο από την επιβολή επαχθών όρων στις αναπτυσσόμενες χώρες που δανείζονται κεφάλαιά της αλλά και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα δύο σημαντικότερα μέλη της, την Κίνα και τις ΗΠΑ.

Ωστόσο, η επείγουσα ανάγκη για υποδομές που θα θωρακίζουν τα κράτη-μέλη της από τις πιο καταστροφικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, της δίνει την ευκαιρία να ξεπεράσει αυτούς τους ανταγωνισμούς (S. Moore, «The World Bank is Failing on Climate Change», «Foreign Affairs»18 Ιουλίου 2023). Η ίδια η τράπεζα υπολογίζει ότι την ερχόμενη δεκαετία τουλάχιστον 130 εκατ. κάτοικοι του πλανήτη θα περιέλθουν σε απόλυτη φτώχεια και ότι στο εξής το 35% του ετήσιου δανεισμού της θα πρέπει να κατευθύνεται σε έργα αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

Εργα που δεν συνδέονται ευθέως με αυτή θα πρέπει να λαμβάνουν χαμηλότερη προτεραιότητα και να αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Επίσης προτεραιότητα θα έχουν χρηματοδοτήσεις ομάδων κρατών που σχεδιάζουν έργα αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και όχι αιτήσεις μεμονωμένων κρατών.

Φρούδες ελπίδες; Ο χρόνος (που εξαντλείται πολύ γρήγορα) θα δείξει.

*Fellow, Πανεπιστήμιο Dalhousie, Χάλιφαξ, Καναδάς