Κωστής Καζαμιάκης 1*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ἄλλῳ μὲν γὰρ ἔδωκε θεὸς πολεμήϊα ἔργα,
ἄλλῳ δ’ ὀρχηστύν, ἑτέρῳ κίθαριν καὶ ἀοιδήν,
ἄλλῳ δ’ ἐν στήθεσσι τιθεῖ νόον εὐρύοπα Ζεὺς
ἐσθλόν, τοῦ δέ τε πολλοὶ ἐπαυρίσκοντ’ ἄνθρωποι,
καί τε πολέας ἐσάωσε, μάλιστα δὲ καὐτὸς ἀνέγνω. Ν`, 730- 734.

Στον έναν ο Δίας δώρισε τα δώρα του πολέμου,
κιθάρα και φωνή στο δεύτερο, χορό στον τρίτο δίνει
και  σ’ άλλον, ο  Δίας ο παντεπόπτης,  στερεή γνώση και σωστή του βάζει στο κεφάλι. Πλήθος ανθρώπων «προικίζονται» με του Διός τη χάρη. Άλλοι πολλοί σωθήκανε με την παρέμβαση του, όμως γνωρίζει μον` αυτός τι κάνει και τι πρέπει.

Ιλιάς Ν`, 635-837.
Η γυναίκα μου  Ελένη σας πρόσφερε φιλοξενία μ` όλες τις τιμές που ορίζει, για την ιερή αυτή πράξη, ο Ξένιος Ζευς. Εσείς ως ανταπόδοση την απαγάγατε και κλέψατε του κόσμου τους θησαυρούς από το ανάκτορο μου. Τώρα έχετε βαλθεί να μας κάψετε τα πλοία και να μας σκοτώσετε όλους. Αυτό δεν θα γίνει ποτέ γιατί το άδικο το βλέπουν οι θεοί και πάνω απ` όλους ο Δίας. Έχετε τη μανία του Άρη για πολέμους και συμπλοκές και δεν έχει για σας κορεσμό η λύσσα του πολέμου. Κορεσμό  και χόρταση βρίσκουμε στα πάντα και στον ύπνο και στον έρωτα, στον χορό στο τραγούδι. Οι Τρώες όμως κορεσμό δεν έχουν και χόρταση στον πόλεμο».

Αυτά είπε ο Μενέλαος και του πήρε τα άρματα που ήταν βαμμένα στο αίμα και τα έδωσε στους βοηθούς του. Βγήκε πάλι στην πρώτη γραμμή, στους προμάχους. Εκεί εμφανίστηκε μπροστά του ο Αρπαλίων ο γιος του βασιλιά Πυλαιμένη. Πέταξε το δόρυ του και ο Μενέλαος το απέκρουσε με την ασπίδα του. Το κοντάρι δεν διαπέρασε την ασπίδα και ο νεαρός Αρκαλίων από φόβο για την οργή του Μενελάου κρύφτηκε πίσω από τους συντρόφους του. Πρόλαβε όμως ο Μηριόνης, ο κρητικός, και τον κτύπησε μ` ένα βέλος.
650. Τον πέτυχε στο δεξί πόδι, στο μηρό. Κάθισε ανάμεσα στους συντρόφους του αφού πια ήταν αδύνατο να περπατήσει. Το αίμα έτρεχε ποτάμι κι εκείνος ανήμπορος ξάπλωσε στη γη που έπινε αχόρταγα το αίμα του. Τον ανέβασαν σε άμαξα και  τον πήγαν στην Τροία όμως το αίμα δε σταματούσε κι ο νέος άφησε την τελευταία του πνοή ενώ ο πατέρας του θρηνούσε τον χαμό του. Ο Πάρις έγινε έξαλλος μ` αυτόν τον θάνατο του νεαρού φίλου και σύμμαχου. Κάρφωσε με το κοντάρι του το γιο του πλούσιου  μάντη  Πολύιδου, τον Ευχήνορα από την Κόρινθο. Όταν ήταν έτοιμα τα πλοία να αποπλεύσουν από την Κόρινθο προς την Τροία ο σοφός μάντης αποχαιρετώντας τον αγαπημένο του γιο του είπε ότι το μέλλον του είναι δυσοίωνο. Ή θα πεθάνεις  από αρρώστια στο σπίτι μας στην Κόρινθο ή θα πέσεις στο πεδίο της μάχης κτυπημένος από τρωικό χέρι. Ο νεαρός Ευχήνωρ επέλεξε το πεδίο της μάχης και τώρα κείτεται νεκρός από το χέρι του Πάρη που τον κτύπησε θανάσιμα κάτω από το αυτί.

Ο Έκτωρ δεν είχε καταλάβει ότι οι Αχαιοί προχωρούσαν ακάθεκτοι  συντρίβοντας τους Τρώες. Ο Ποσειδώνας βοηθούσε τους Αχαιούς αφού πρώτα είχε συμπαρασταθεί στους Τρώες σπάζοντας την συνεκτική διάταξη των ασπιδοφόρων Αργείων.
Στο ακρογιάλι όπου ήταν τα πλοία του Αίαντα και του Πρωτεσίλαου διεξάγονταν μεγάλη μάχη όπου οι αντιμαχόμενοι έμπλεκαν με τα άλογα και τα άρματα σε μια καταιγίδα μένους και πάθους. Πολεμιστές από τη Βοιωτία αλλά και  Ίωνες με ποδήρεις χιτώνες, Λοκροί και Φθίοι και λαμπροντυμένοι Επειοί αμύνονταν με σθένος ώστε να αποτρέψουν τον ασυγκράτητο Έκτορα, που ορμούσε σαν πύρινο μέτωπο, να φτάσει στα καράβια τους και όλα να τελειώσουν. Ήταν αδύνατο να ανακοπεί η επέλαση του Έκτορα που βήμα βήμα πλησίαζε στο στόλο των Ελλήνων.

Ο Αθηναίος Μενεσθεύς ο γιος του Πετεού με σθένος και αποφασιστικότητα οδηγούσε το στράτευμα του και μαζί του οι Φείδας, ο Στιχίος
ο Βίας ο ανδρείος· κι ο αρχηγός των Επειών ο Μέγης Φυλεΐδης, ο Αμφίων και ο Δρακίος,
και των Φθίων οι αρχηγοί  Μέδων και  Ποδάρκης,
μάχονται με τους Βοιωτούς να σώσουν τα καράβια.

700.Ο Αίας ΟΙλείδης πάντα μαζί με τον Αίαντα τον Τελαμώνιο, σαν δύο βόδια τσιμπραγά που σέρνουν το αλέτρι. Έτσι οι δύο Αίαντες μάχονται δίπλα δίπλα και τσάκιζαν τις φάλαγγες των Τρώων με την ασυγκράτητη ορμή των πολεμιστών του Αίαντα Τελαμώνιου και τα θανατηφόρα βέλη των τοξοτών του Αίαντα του Λοκρού. Οι Τρώες φοβήθηκαν πολύ με τη βροχή από τα βέλη που τους αποδεκάτιζαν και φώλιασε στη σκέψη τους, η δύναμη του φόβου και της δειλίας. Ήθελαν να επιστρέψουν άμεσα στα απόρθητα τείχη της Τροίας.
Ο Πολυδάμας στράφηκε τότε στον Πριαμίδη, τον άφοβο τον Έκτορα, και είπε με σοφία σαν στρατηγός που ήτανε αλλά και μέγας μάντης: « Έκτορα φίλε κι αδελφέ ξέρω δεν σου αρέσει να δέχεσαι μαθήματα και συμβουλές απ` άλλους.

Στα θέματα του πόλεμου έχεις τη θεία χάρη, κανείς καλύτερος από σε δε βρίσκεται στην Τροία. Όμως καλέ μου Έκτορα κανείς δεν τα` χει όλα. Άλλος διακρίνεται πολύ στου πόλεμου τη λαύρα και άλλος εις τη μουσική, τραγούδι και κιθάρα, άλλος χορεύει και πετά κι έχει φτερά στα πόδια. Σε άλλο δίνει λογική και στοχασμό περίσσιο να είναι χρήσιμος μ` αυτά σε όλους τους ανθρώπους. Έτσι και τώρα αρχηγέ ατρόμητε μου φίλε αυτό που σκέφτηκα εγώ πρέπει νσα φανερώσω. Ο πόλεμος σε τύλιξε σαν πυρκαγιά που καίει και άλλο δε στοχάζεσαι παρά τη νίκη μόνο. Πολύ καλά πολέμησαν οι άντρες σου στις μάχες με τη δική σου την ορμή και τη στρατηγική σου. Για λίγο κόψε την ασίγαστη σου έξη και κάλεσε εδώ να `ρθουν όλοι οι στρατηγοί σου. Όλα να τα μετρήσουμε με λογική και σκέψη, αν πρέπει να ορμήσουμε να κάψουμε τα πλοία και όλα να τελειώσουνε αν οι θεοί θελήσουν. Όμως θα πρέπει να σκεφτείς αν μπει στη μάχη πάλι ο μέγιστος πολεμιστής, ο θείος Αχιλλέας, που τώρα κάθεται βαρύς και δε μας πολεμάει γιατί τον πίκρανε πολύ ο μεγας Αγαμέμνων. Όμως στη μάχη αν θα μπει αυτός πάντα νικάει». Ο Έκτορας με προσοχή γροικά τον Πολυδάμα, σοφά βρήκε τα λόγια του κι όλες τις συμβουλές του. Πήδηξε από το άρμα του μπροστά στον Πολυδάμα και του απάντησε ευθύς σ` αυτά που είχε ακούσει.
750.  Ω Πολυδάμα σύντροφε σπεύδω να μπω στη μάχη να παραγγείλω και να πω αυτά που θα γενούνε κι αμέσως θάρθω εδώ ξανά όλοι να συσκεφθούμε. Μείνε εδώ να υποδεχτείς όλους τους στρατηγούς μας βουλή να βγάλουμε καλή για τις επιλογές μας».
Ο  Έκτωρ έψαχνε να βρει τον Δηίφοβον, τον αδελφό του  Έλενο, τον Ασιάδη Αδάμαντα, τον Άσιον Υρτακίδην
τριγυρίζοντας σαν αστραπή  στις τάξεις των προμάχων. Δε βρήκε κανέναν. Οι περισσότεροι κείτονταν νεκροί κοντά στα πλοία των Αχαιών ενώ υπήρχαν και πολλοί τραυματίες στο πεδίο της μάχης ή μέσα στο κάστρο της Τροίας που τους είχαν μεταφέρει για ιατρική φροντίδα. Εντόπισε τον Πάρη στ` αριστερά της μάχης να ωθεί και να εμψυχώνει τους άντρες του να φτάσουν στα καράβια των Ελλήνων και να τα πυρπολήσουν.

Ο Έκτωρ τον πλησίασε και του είπε:  «Δύσπαρη,  Πάρη όμορφε, εξαίσιε στην όψη που τις γυναίκες σκέφτεσαι εσύ όλη την ώρα. Για πες μου που ευρίσκονται οι στρατηγοί μας όλοι ο αδελφός μας Έλενος, ο μέγας Ασιάδης, ο τρομερός Δηίφοβος, ο έξοχος Αδάμας, ο Οθρυονεύς, ο Άσιος το τέκνο του Υρτάκου; Και σένα απερίσκεπτε χαμός σε περιμένει».

 Απάντησε ο θεόμορφος Αλέξανδρος και του είπε: « Έκτορα αδελφέ μου γιατί με ψέγεις άδικα. Μπορεί να μην έχω τη δική σου ορμή, ανδρεία και αποφασιστικότητα αλλά δειλό δε με γέννησε η μητέρα. Τι κακό κάνω και με επιπλήττεις; Τις δικές σου διαταγές εφαρμόζω κινούμενος προς τα ελληνικά πλοία. Από τους αρχηγούς που ζητάς άλλοι σκοτώθηκαν στη μάχη κι άλλοι τραυματίστηκαν και πήγαν στην Τροία για να τους φροντίσουν. Ο Έλενος και ο Δηίφοβος τραυματίστηκαν στο χέρι από δόρυ και απεχώρησαν  για να πάνε στην πόλη μας να γιατρευτούν. Τους έσωσε ο Δίας. Αδελφέ και αρχηγέ μας Έκτορα οδήγησε μας στη νίκη. Μη νοιάζεσαι δε μας λείπει η ανδρεία».

Ο Έκτωρ μαλάκωσε με τις εξηγήσεις του Πάρη. Η μάχη είχε ανάψει για τα καλά ωστόσο οι αρχηγοί άρχισαν να μαζεύονται κοντά στον Έκτορα, τον Πάρη και τον Πολυδάμαντα. Ήταν εκεί ακόμη οι: Κεβριόνης,  Φάλκης, Ορθαίος, Πάλμις, και  Πολυφοίτης ο λαμπρός,  Ασκάνιος και Μόρυς ο γιος του Ιπποτίωνος.  Όλοι οι στρατηγοί προχωρούσαν και θύμιζαν ανεμοζάλη μέσα στις αστραπές και τις βροντές του Δία. Με βοή και αντάρα μαζευόταν οι Τρώες όπως ο δυνατός αέρας σηκώνει τα κύματα με τις κάτασπρες κορυφές και σκάνε στο γιαλό αφρίζοντας.

800  Όλοι οι Τρώες ακολουθούσαν τους αρχηγούς. Πρώτος ήταν ο Έκτωρ ίδιος με το θεό του πολέμου Άρη. Κρατούσε την ασπίδα του που του κάλυπτε σχεδόν όλο  το σώμα και τον προστάτευε με τα επάλληλα στρώματα χοντρού δέρματος και χαλκού. Το κράνος του έδινε θεϊκό μπόι και οι διακοσμητικές φούντες κουνιόταν πέρα δώθε.

Ο Αίας τον προκάλεσε κάνοντας ένα βήμα μπροστά. « Πλησίασε αν σου βαστά Έκτορα δοξασμένε να νιώσεις και να αισθανθείς πως πολεμώ στις μάχες. Αν στο μυαλό σου έβαλες να κάψεις τα καράβια μάθε πως θα τα προστατέψουμε και σεις θα ηττηθείτε κι η πόλη σας η ξακουστή θα πάψει να υπάρχει γιατί θα την αλώσουμε και κουρνιαχτός θα γίνει».

 Όσο έλεγε αυτά ο Αίας στον Έκτορα όλοι πρόσεξαν ένα καλό οιωνό σταλμένο από τον Δία. Ένας μεγάλος αετός, το ιερό πουλί του Δία, πετούσε στα δεξιά των Ελλήνων που αλάλαζαν  ουρλιάζοντας από χαρά, για το θεϊκό σημάδι.

Ο Έκτωρ απάντησε στον Αίαντα: «Αίαντα είσαι ένα δυνατό βουβάλι αλλά χωρίς μυαλό και στρατηγικές ικανότητες. Το κοντάρι μου θα τρυπήσει το σώμα σου και θα πάψεις να κομπάζεις και το άψυχο μεγάλο κορμί σου θα γίνει βορά στα τσακάλια και τα όρνια»
Είπε και προπορεύτηκε και τον ακολουθούσαν, με  φόβο μες στα μάτια τους, χωρίς να αλαλάζουν. Αντίθετα οι Αχαιοί μ` αλαλαγμούς μεγάλους κτυπούσαν 837.τους αντίπαλους και η βοή της μάχης έφτασε μέχρι του Διός τον φωτεινό αιθέρα.

Ιλιάς, Ν` 636-637.
πάντων μὲν κόρος ἐστὶ καὶ ὕπνου καὶ φιλότητος
μολπῆς τε γλυκερῆς καὶ ἀμύμονος ὀρχηθμοῖο,
-φῐλότης, -ητος, ἡ,  φιλία, αγάπη, στοργή, σε Όμηρο.
-μολπή, ἡ (μέλπω),•  τραγούδι και χορός, ύμνος ή τραγούδι που συνοδεύεται από ρυθμικές κινήσεις, προς τιμήν κάποιου θεού ή για ψυχαγωγία, σε Όμηρο.
-ἀ-μύμων γενική -ονος (μῶμος), I. άμεμπτος, άμωμος, ευγενής, εξαίρετος, χρησιμοποιείται  από τον Όμηρο ως τιμητικό επίθετο, όπως το αξιότιμος, αξιοσέβαστος, υψηλότατος, χωρίς να υπονοεί αρετή• Δε χρησιμοποιείται ποτέ για τους θεούς. II. λέγεται  και για πράγματα, σε Όμηρο.
Παρομοίωση:
700.Ο Αίας ΟΙλείδης πάντα μαζί με τον Αίαντα τον Τελαμώνιο σαν δύο βόδια τσιμπραγά που σέρνουν το αλέτρι. Έτσι οι δύο Αίαντες μάχονται δίπλα δίπλα

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.