Τα τελευταία δέκα – δεκαπέντε χρόνια εμπεριείχαν πυκνό, συμπυκνωμένο πολιτικό χρόνο. Κοινωνικές μεταβολές και δράσεις, πολιτική ένταση, εκλογικές ανακατατάξεις έφεραν την Αριστερά στο προσκήνιο. Οποια κριτική κι αν ασκηθεί, -όπως δεν είναι έτσι η Αριστερά, έπρεπε να είναι περισσότερο ριζοσπαστική κ.ά.- το γεγονός δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Η Αριστερά, μέρος της, έγινε κυβερνώσα. Βεβαίως κάποιοι κοινοβουλευτικά και εξωκοινοβουλευτικά μπορεί να κρατήσουν την επαναστατικότητά τους, την αμόλυντη αριστερή ορθοδοξία, τη μοναδικότητα της ορθής πολιτικής σκέψης. Αλλά αυτά είναι θεωρία, κείμενα, απόψεις συνεδρίων, υλικό για ζυμώσεις και πολιτικές αντεγκλήσεις. Το θέμα είναι τι κάνεις όταν οι συνθήκες μεταβληθούν, δημιουργηθούν ρεύματα στην κοινωνία. Το «Τι να κάνουμε» είναι καλό για μπροσούρα της εποχής, με θεωρία, διδαχές για το μέλλον. Αλλά όταν το μέλλον γίνει παρόν, νιώθεις ότι οι μέρες θα γίνουν Ιστορία, πρέπει να αποφασίσεις.
Ναι, το 2015 κάτι συνέβη τρεις φορές μέσα στον ίδιο χρόνο. Ενα μικρό κόμμα κλήθηκε να κυβερνήσει. Χωρίς κυβερνητική εμπειρία, αλλά η πρόκληση και η πρόσκληση έγιναν. Ολοι διαισθανόμασταν τη χρεοκοπία. Εκτός της οικονομικής και πολιτικής –που έχει ξαναζήσει η χώρα μας– είχαμε την κοινωνική και ανθρωπιστική. Η αποτίμηση των γεγονότων αυτών των χρόνων χρειάζεται να γίνει σε αποφορτισμένο χρόνο. Να έχουν καταλαγιάσει αισθήματα και συναισθήματα, έστω κι αν στην πολιτική δεν τα έχουμε συνηθίσει.
«Ναι, να εξοβελιστεί η Αριστερά», μου είπε γνωστός και ολίγον φίλος πριν από καιρό. Αυτό έχουν στο μυαλό τους πάρα πολλοί. Κόμματα, κοινωνικές ομάδες, οικονομικοί παράγοντες, απλοί άνθρωποι. Αλλά και μέσα στον συγγενή πολιτικό χώρο κάποιοι θέλουν να πάρουν μερίδιο από τον πολιτικό συγγενή–γείτονα για να επικρατήσουν. Δηλαδή να επανέλθουμε στην πολιτική ανακύκλωση. Ας στραφούμε όλοι, κόμματα, στελέχη, μέλη, στην κοινωνία, στους ποικίλους φορείς της και κυρίως στον καθημερινό συνάνθρωπό μας. Στην κοινωνία, στα μέλη της, μπορεί, επιβάλλεται, να γίνει η αναβάπτιση κι όχι στους παράπλευρους κομματικούς χώρους. Μπορούμε να παραμερίσουμε, οι πολιτικοί φορείς, τα κόμματα, αγκυλώσεις, διαθέσεις επιβολής και επικράτησης και να βρεθούν τα υπαρκτά σημεία σύγκλισης και συνεργασίας; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό και επιδέχεται μόνο μία απάντηση, τη θετική.
Ο Αλέξης Τσίπρας, ο πρωταγωνιστής των χρόνων αυτών, οξειδώθηκε, ταυτόχρονα, από την αγάπη και την κακία των ανθρώπων. Κάποιοι ήθελαν να προχωρήσει η επανάσταση που (δεν) έγινε. Αντιθέτως άλλοι επιθυμούσαν διακαώς να σταματήσει η προσπάθεια, γιατί αυτή ήταν εκτός του καθορισμένου πολιτικού πλαισίου και της κανονικότητας που έχουν ορίσει. Τώρα δεν πρέπει να υπάρξει βύθιση στην πέτρα –καταπώς λέει ο ποιητής– γιατί δεν έχουμε να γράψουμε ποίηση, αλλά να αντιμετωπίσουμε κατάματα τη σκληρή πραγματικότητα του αύριο που ήρθε.
* Συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
