Αργά το απόγευμα, σούρουπο, καθόμαστε στα παγκάκια της προκυμαίας. Μια κόκκινη αναλαμπή φανερώνεται πίσω απ’ τα πολυώροφα ξενοδοχεία. Σε λίγο προβάλλει ο δίσκος της σελήνης. Είναι η πανσέληνος του Ιουλίου. Το κοκκίνισμα, σαν φωτιά, πέφτει στη θάλασσα.
Η καθαρή ατμόσφαιρα του επιτρέπει να φτάσει ώς την απέναντι συνοικία, το Κορδελιό. Ναι, τούτη η αχανής προκυμαία είναι της Σμύρνης, της πατρογονικής Μικράς Ασίας. Μια άλλη πόλη χτίστηκε, υπάρχει στη θέση της αλλοτινής κοσμοπολίτισσας, αριστοκράτισσας της Ανατολής. Την ομορφιά της, τα καλαίσθητα κτίρια, τους ανθρώπους, την πολυπολιτισμική της κοινωνία μας τη δείχνουν, εν μέρει, οι φωτογραφίες σε φωτισμένες προθήκες του δήμου.
Περπατώ προς τα δύο κτίρια του λιμανιού, τα μόνα που σώζονται απ’ τη μεγάλη Καταστροφή του 1922. Σκύβω στην άκρη της προβλήτας, εκεί που σκάει η θάλασσα. Αντικρίζω τις μεγάλες πέτρες της προκυμαίας, αυτές που ήταν μάρτυρες του Διωγμού και της Καταστροφής. Να μπορούσαν να μιλήσουν έτσι ώστε να μας αφηγηθούν τι είδαν, τι έζησαν. Αραγε αυτό θα βοηθούσε ή θα βάθαινε τον πόνο και τον καημό; Συνεχίζεις την περιήγηση στους δρόμους της πόλης. Πού και πού συναντάς μερικά κτίρια που γλίτωσαν απ’ τη φωτιά και το γκρέμισμα. Τεκμήρια της Ιστορίας και της ζωής του ελληνισμού συνεχίζουν, με άλλη χρήση, και σε τούτον τον αιώνα.
Η σύγχρονη πόλη αναπτύσσεται αλματωδώς. Ολόκληρες παλιές, φτωχικές συνοικίες γκρεμίζονται και στη θέση τους χτίζονται πολυώροφα κτίρια και ουρανοξύστες. Στη βόρεια είσοδο της πόλης ελώδεις εκτάσεις μπαζώνονται και κατόπιν οικοδομούνται. Αυτός είναι ο νέος δρόμος της γειτονικής χώρας. Μέρος της νέας γης φυτεύεται, καλλωπίζεται και μετατρέπεται σε πάρκο. Ολο το παραθαλάσσιο μέτωπο της Σμύρνης είναι ένα τεράστιο πάρκο. Πολλά δέντρα, λουλούδια, γρασίδι, εγκαταστάσεις αναψυχής, πεζόδρομοι, μεγάλοι ποδηλατόδρομοι, γλυπτά, αγάλματα.
Απ’ την πλευρά της πόλης, στο ισόγειο των πολυτελών ξενοδοχείων και των άλλων κτιρίων λειτουργούν πάρα πολλά καταστήματα εστίασης, αναψυχής. Για όσους μπορούν να αγοράσουν τις καλές και ακριβές παροχές τους. Στην πλευρά της θάλασσας απλές ξύλινες κατασκευές για όλους τους άλλους, τους πολλούς, που αδυνατούν να κάνουν έξοδα. Οι δύο Τουρκίες, του πλούτου και της ανέχειας. Στη μια πλευρά προσφέρεται και αγοράζεται ό,τι επιθυμούν οι καταναλωτές. Στην άλλη φέρνουν το κατιτίς τους απ’ το σπίτι, αγοράζουν ηλιόσπορο, ψητό ή βρασμένο καλαμπόκι, μερικά αχνιστά μύδια ή ξεφλουδισμένα αμύγδαλα πάνω σε πάγο. Ετσι περνούν οι μέρες ολωνών.
Το φεγγάρι μεσουράνησε, φωτίζει τα πάντα. Παλαιοί άνθρωποι δεν υπάρχουν πια, τις μνήμες τις πήραν μαζί τους. Αραγες βγάζουν σωστή κρίση οι νέοι, αναφωνούν καμιά φορά «Ανάθεμα στους αίτιους»;
*Συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
