Οι εκλογές της 21ης Mάη είναι καθοριστικές για την εξέλιξη του κομματικού ανταγωνισμού στη χώρα καθώς επερωτούν τους πολιτικούς συσχετισμούς που διαμόρφωσε ο εκλογικός «σεισμός» του 2012.
Το εμφατικά μεγάλο ποσοστό της Ν.Δ. και η εξίσου εντυπωσιακή διαφορά με τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. είναι σαφές ότι καλούν τον τελευταίο να επιβεβαιώσει ότι είναι ο ένας από τους δύο πόλους του κομματικού ανταγωνισμού.
Τον επόμενο μήνα, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ θα κριθεί ως κόμμα κυβερνητικής δυναμικής, όπως έγινε και τον Ιούλη 2019.
Στο πλαίσιο αυτό, πρώτον, είναι αναγκαίο ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. να προσεγγίσει τις πολιτικές του ρίζες ως ένα κόμμα κυβερνώσας Αριστεράς και κυρίως με έναν ενεργό τρόπο να υπερασπιστεί τις παρακαταθήκες της πολιτικής του πορείας.
Πέρα από τις αστοχίες υπήρξαν επιτεύγματα τα οποία καθιστούν επίκαιρο το κυβερνητικό αίτημα του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και τον καθιστούν τον βασικό αντιπολιτευτικό πόλο προς τη Ν.Δ.
Δεύτερον, πρέπει το μήνυμα προς την κοινωνία να είναι σαφές, αξιακά προσδιορισμένο και να αποκτήσει αιχμές. Ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ένα κόμμα «ταξικής μονομέρειας» ή γενικά «κοινωνικής μειονεξίας», αλλά ένα κόμμα μιας ευρείας συμμαχίας των λαϊκών στρωμάτων, του κόσμου της εργασίας και των νέων, που φιλοδοξεί να εκπροσωπεί πλειοψηφικά τις παραγωγικές και δημιουργικές δυνάμεις του τόπου.
Τρίτον, ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. πρέπει να αξιοποιήσει τη συλλογική εμπειρία του στελεχικού του δυναμικού, τόσο σε κεντρικό όσο και σε περιφερειακό/τοπικό επίπεδο, ώστε να θέσει σε κίνηση τη «θεσμοποίησή» του, δηλαδή την εδραίωση συνθηκών «γείωσής» του στις συλλογικές εκφράσεις της κοινωνίας (κλαδικές, τομεακές, περιφερειακές κ.ά.), πέρα από την εκλογική επιρροή του, ως αντίβαρο απέναντι σε μια ισχυρή πια συντηρητική κυβέρνηση, αλλά και ως αφετηρία συνολικής ανασύνταξής του.
Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. οφείλει να θεραπεύσει το έλλειμμα εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας που του καταλογίζεται. Μια Αριστερά που διστάζει να στέκεται κριτικά προς τον εαυτό της, παύει να είναι δύναμη προοδευτικού κοινωνικού μετασχηματισμού. Και η ανασύνθεση μιας προωθητικής κοινωνικής πλειοψηφίας που θα στηρίξει ένα φιλόδοξο προοδευτικό πολιτικό εγχείρημα προϋποθέτει ισχυρούς και στέρεους δεσμούς εμπιστοσύνης. Κι αυτή είναι μια συλλογική υπόθεση.
*Συντονιστής Κύκλου Πολιτικής Ανάλυσης Ινστιτούτου ΕΝΑ
**Γενικός διευθυντής ΕΝΑ
