Με τον αέρα της προεξόφλησης της νίκης του στον δεύτερο γύρο στις 28/5 ο Ερντογάν ήδη πιέζει τον Λευκό Οίκο για συνάντηση με τον Μπάιντεν στην πρωτεύουσα της Λιθουανίας, Βίλνιους, τον Ιούλιο στο περιθώριο της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ.
Υπάρχει κοινός παρονομαστής ζωτικών συμφερόντων των δύο πλευρών που θα χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς σε μια εκκαθάριση εκκρεμοτήτων;
Υπάρχει, καθώς και οι δύο πλευρές δεν επιθυμούν ρήξη αλλά ταυτόχρονα γνωρίζουν ότι είναι αδύνατη η ολική επαναφορά των διμερών σχέσεων στην ατλαντική κανονικότητα του παρελθόντος.
Ετσι, μοναδική επιλογή παραμένει η αναζήτηση ενός νέου modus vivendi μεταξύ των δύο χωρών, ενός ξεκάθαρου πλαισίου το οποίο, αν μη τι άλλο, θα αποτρέψει περαιτέρω επιδείνωση των διμερών σχέσεων.
Η επανεκλογή του Ερντογάν δεν σημαίνει απλά και μόνον ακόμα μία πενταετία όπου θα είναι ο υποχρεωτικός συνομιλητής της Ουάσινγκτον.
Σημαίνει στερέωση του καθεστώτος και διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού ώστε ο «ερντογανισμός» να μπορεί να επιβιώσει χωρίς τον Ερντογάν.
Στερέωση του καθεστώτος σημαίνει διάλυση του ΗDP, απαγόρευση πολιτικής δράσης στον Ιμάμογλου, αλλά και πιθανή δίωξη του Κιλιτσντάρογλου για διαπλοκή με την τρομοκρατία.
Η υπόθεση εργασίας που επενδύει στη δυνατότητα των ΗΠΑ να πιέσουν τον Ερντογάν συνδέοντας τη στήριξη της τουρκικής οικονομίας με την επιστροφή της Αγκυρας στην ατλαντική κανονικότητα δεν έχει αντίκρισμα.
Μια χώρα 85 εκατ. κατοίκων, μέλος της Ομάδας G-20, αν αποσταθεροποιηθεί οικονομικά αποτελεί συστημικό κίνδυνο για ένα παγκόσμιο ντόμινο αποσταθεροποίησης, άρα η στήριξή της χωρίς ανταλλάγματα είναι αυτονόητη.
Οι ΗΠΑ θα ανανεώσουν την προώθηση της ενεργειακής συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο που θα δίνει κεντρικό ρόλο στην Τουρκία, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για πρωθύστερο σχήμα καθώς προϋποθέτει την προώθηση ενός ελληνοτουρκικού συνολικού συμβιβασμού, την επίλυση του Κυπριακού αλλά και του Παλαιστινιακού.
Σήμερα το πιο ακανθώδες θέμα στην αναζήτηση ενός συμβιβασμού μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας δεν είναι άλλο παρά το μέλλον της αμερικανικής παρουσίας στην κουρδική Βορειοανατολική Συρία.
Αναζητώντας συμβιβασμό με τον Ασαντ, με τη βοήθεια της Ρωσίας και του Ιράν, ο Ερντογάν ζητά από τη Δαμασκό να ελέγξει το συριακό παρακλάδι του ΡΚΚ που κυβερνά τη Βορειοανατολική Συρία, μια επιλογή που εκ των πραγμάτων σημαίνει πίεση για την αποχώρηση των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων από την περιοχή.
Τέλος, εδώ και αρκετά χρόνια μια σειρά από μεσαίες δυνάμεις που για δεκαετίες υπήρξαν δεδομένοι σύμμαχοι της Ουάσινγκτον προσπάθησαν, άλλοτε επιτυχώς άλλοτε όχι, να χειραφετηθούν.
Οι Φιλιππίνες αποπειράθηκαν να προσεγγίσουν το Πεκίνο και σύντομα ανέκρουσαν πρύμναν.
Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται σε ανταρσία απέναντι στις ΗΠΑ που θυμίζει σε συντετμημένο χρόνο την ανταρσία Ερντογάν.
Με δυο λόγια, με δεδομένη την ανάδυση ενός πολυκεντρικού και πολυπολικού κόσμου η Τουρκία του Ερντογάν δεν μπορεί να φωτίζεται πλέον ως εξαίρεση, ως ένας δύστροπος εταίρος που πρέπει να σωφρονιστεί.
Τηρουμένων των αναλογιών, οι ΗΠΑ, που μετά το 1965 αποδέχτηκαν την ειδική σχέση της Γαλλίας του Ντε Γκολ με το ΝΑΤΟ, έχουν κάθε λόγο να υιοθετήσουν μια παρόμοια στάση απέναντι στην Τουρκία του Ερντογάν.
Τούτων λεχθέντων είναι σαφές ότι μόνο μια βαρύνουσα τουρκική συμμετοχή στην αναδιάταξη του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό κίνητρο για την επιστροφή της Αγκυρας στην ατλαντική κανονικότητα.
Θα ήθελαν όμως οι ΗΠΑ και οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις να βρεθούν σε μια σχέση εξάρτησης με τη χώρα που μπλόκαρε για έναν χρόνο την ένταξη της Φινλανδίας, με τη Σουηδία να βρίσκεται ακόμη στην αίθουσα αναμονής;
