Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τούτες τις μέρες, της άνοιξης, ανοίγει ο μέσα κόσμος μας. Γύρω ανασταίνεται η φύση, βλαστίζουν τα κλαριά κι η πιο παραμελημένη γη πρασινίζει. Κι ανάμεσά τους πολύχρωμα λουλούδια, λογιών λογιών. Οι αποχρώσεις δεν μετριούνται, γιατί στη φύση δεν ισχύουν οι ανθρώπινοι ορισμοί. Ο Απρίλης κι ο Μάης νομίζεις ότι παραπιάνονται ποιος θα ομορφύνει πιότερο την πλάση. Γι’ αυτό ο ποιητής τούς ενώνει, θέλει τον Απριλομάη να σκορπά τη ζωή μετά την καταχνιά του χειμώνα. Τούτες τις μέρες, της Μεγάλης Εβδομάδας και της Λαμπροβδομάδας οι μυρουδιές των λουλουδιών είναι μεθυστικές. Περνώντας απ’ τη μεγάλη ξύλινη αυλόπορτα του πατρικού σπιτιού η ευωδιά της πασχαλιάς έφερε και τις μνήμες των παιδικών χρόνων.

Τις μέρες της Λαμπροβδομάδας πανηγυρίζαμε κάθε μέρα. Πρώτα ήταν του Αϊ-Γιώργη, ύστερα της Ζωοδόχου Πηγής. Κι όλο και κάποιο ξωκλήσι κι άγιος γιόρταζε ενδιάμεσα. Ηταν σαν συνέχεια της Ανάστασης. Μια ψυχική ανάταση μας κυρίευε, δεν καταλαγιάζαμε. Μπορεί και να ’ναι ο χρόνος που μεσολάβησε, αλλά μια αύρα υπήρχε, δεν είναι όλα μνήμες. Γιατί το να ξεδίνουμε, να φχαριστιόμαστε ως άτομα κι ως κοινωνία γινόταν μ’ αυτά τα κάπως απόμακρα σήμερα.

Πιο πίσω στον χρόνο οι νέοι κι οι νιες πηγαίνανε στις εξοχές, έστρωναν στα χορτάρια τις κουρελούδες, με μεζέδες και σπιτικά γλυκίσματα. Διάλεγαν μεγάλα δέντρα με γερά κλαδιά κι έφτιαχναν κούνιες. Μια τέτοια εξοχή, μόλις βγεις από το κεφαλοχώρι Σκόπελος της Λέσβου, είναι ο κ’φός Αϊ-Γιώργης. Εκεί, σε μια-δυο αιωνόβιες ελιές στήνονταν οι κούνιες, μονές αλλά και διπλές. Με τη σειρά ανέβαιναν οι κοπέλες. Αρχιζε το ανοιξιάτικο πανηγύρι, και για το καλό ξεκίνημα λέγανε: «Σίδιρου είνι του σχοινί, καρδένιου του σανίδι/ τσι τα κουρίτσια που κουνιώ είνι καθαρό ασήμι». Πηγαίναν πάνω – κάτω οι κούνιες, τραγουδούσαν, χαίρονταν, γιόρταζαν τον ερχομό της άνοιξης, την αναγέννηση της φύσης, τον έρωτα. Αχ! ο έρωτας παραμονεύει πάντοτε, σε κάθε συνάντηση των νέων. Και δώσ’ του τα τραγούδια: «Πάλι στην κούνιαν έκατσα, πάλι θα τραγουδήσου/ ν’ ανοίξου τις καρδούλις σας κι να τις λουλουδίσου». Ενδιάμεσα τα τσακίσματα: «Λάμπ’ η συντροφιά μας, λάμπει/ σαν τα λούλουδα στοι κάμποι». Κάποιοι, κάποιες, οι τολμηροί/ές, ξέφευγαν από την παρέα να μιλήσουν για τον έρωτά τους, να δώσουν κάνα κλεφτό φιλί. Ισως γι’ αυτούς να τραγούδησαν «Απά στην κούνιαν έκατσαν τέσσιρα μαύρα μάτια,/ τέσσιρα φρύδια σα σπαθιά κι δυο κουρμιά δρουσάτα».

Κούνιες, πραγματικές ή ιδεαλιστικές, φτιάχνονται και στις μέρες μας, παρ’ όλη την αλλοτριωτική επέλαση. Ανεβαίνουν ψηλά προς τον ουρανό, με τάση ελευθερίας. Συνεχίζουν να συμβολίζουν την αναγέννηση της φύσης και της ζωής, προϋπαντούν την Ανοιξη και πεθυμούν μια καλύτερη κοινωνία.

* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας