Εβλεπα τις προάλλες στην τηλεόραση μια Γαλλίδα διαδηλώτρια, η οποία αναφερόμενη στον Μακρόν τον αποκάλεσε «το κωλόπαιδο». Νομίζω πως πρόκειται για εξαιρετικά ακριβή προσδιορισμό ενός ταξικού μπούλη, ο οποίος την είδε Louis Quatorze, αν όχι ο Θεός αυτοπροσώπως.
Ο Μακρόν είναι το κατ’ εξοχήν παράδειγμα εξτρεμιστή του Κέντρου. Νεοφιλελεύθερου, δηλαδή, κανίβαλου, ο οποίος είναι αποφασισμένος να ρημάξει τους πάντες προκειμένου να διασφαλιστεί η διαρκώς αύξουσα ευημερία των πλουσίων.
Ο Μητσοτάκης ανήκει στην ίδια κατηγορία. Η μανία του να ιδιωτικοποιήσει την Υγεία, ενώ και οι πέτρες είδαν πόσο χρησιμότερο, αποτελεσματικότερο και προσαρμοστικότερο στις δυσκολίες είναι το δημόσιο σύστημα σε σχέση με το ιδιωτικό, που μόνο για ξενοδοχείο κάνει, είναι ένα ήπιο δείγμα. Οι προθέσεις του είναι πολύ χειρότερες κι απ’ αυτό.
Τύποι σαν και αυτούς δεν ανήκουν στην παραδοσιακή Δεξιά, η οποία είχε μια αίσθηση κοινότητας, καθώς και μια σχετική μετριοπάθεια σε κοινωνικά ζητήματα. Αυτοί είναι κεντρώοι, δηλαδή εξτρεμιστές. Πολιτικά, σήμερα, δεν υπάρχει άλλο Κέντρο από το ακραίο Κέντρο. Του οποίου ηγούνται πρόσωπα ενός ιδιαίτερου, εξαιρετικά επιθετικού, ανθρωπότυπου, ο οποίος αισθάνεται να διαθέτει και μια τεχνοκρατική υπεροχή, που του διασφαλίζει το δίκιο, στην πλέον απόλυτη εκδοχή του. Το γεγονός πως, συνήθως, δεν ξέρει την τύφλα του τη μαύρη, τον κάνει ακόμη πιο σίγουρο για τον εαυτό του.
Ας ξαναγυρίσω, όμως, στον Μακρόν.
Το 2017, στην πρώτη του υποψηφιότητα για την προεδρία, εμφανίστηκε το πολύ εύστοχο σύνθημα: Ni patrie Ni patron, Ni Le Pen Ni Macron. Ούτε «πατρίδα» ούτε αφεντικό, ούτε Λεπέν ούτε Μακρόν.
Τα ποσοστά που πήρε ο Μακρόν στον πρώτο γύρο των εκλογών ήταν 24% το ’17 και 28% το ’22. Ψηφίστηκε, δηλαδή, από μόλις έναν στους τέσσερις Γάλλους. Παρ’ όλα αυτά, ως πραγματικός εξτρεμιστής, δεν «μασάει» – θα επιβάλει την ακραία αντεργατική πολιτική του με το έτσι θέλω και χωρίς την παραμικρή συναίνεση, αν εξαιρεθεί το 30% των ιδιαίτερα ευκατάστατων και πλουσίων. Η εμφάνισή του στο διάγγελμα μετά την αντιδημοκρατική επιβολή του συνταξιοδοτικού ήταν ακριβώς ενός αναίσθητου «κωλόπαιδου».
O χαρακτηρισμός, λοιπόν, της Γαλλίδας διαδηλώτριας είναι απολύτως εύστοχος, σε ό,τι αφορά τα βασικά χαρακτηριστικά του ακροκεντρώου ανθρωπότυπου.
Το ερώτημα, επομένως, έρχεται αναγκαστικά: Εκανε καλά η Αριστερά που υποστήριξε τον νεοφιλελεύθερο κανίβαλο απέναντι στη μετα-φασίστρια στους δεύτερους γύρους των δύο εκλογικών αναμετρήσεων; Ο Μακρόν, στις βουλευτικές, όπου υπήρξε δίδυμο Αριστεράς-Ακροδεξιάς δεν κάλεσε τους δικούς του να ψηφίσουν Αριστερά. Είναι εύλογο πως το ίδιο θα έκανε και σε προεδρικές εκλογές. Το γεγονός πως αυτό τον κάνει ψοφοδεή δεν απαντάει στο ερώτημα. Η γνώμη μου -κι ας είναι προκλητικό αυτό- είναι πως αυτό το ερώτημα, ύστερα από όσα έχουν γίνει, δεν μπορεί παρά να είναι εκκρεμές. Η απάντηση πια δεν είναι αυτονόητη – όπως συνέβαινε επί Σιράκ, π.χ. Πολύ περισσότερο, όταν είναι προφανές πως η διακυβέρνηση από εξτρεμιστές του Κέντρου -ως το μικρότερο κακό, που προετοιμάζει, όμως, το μεγαλύτερο- παντού δυναμώνει την Ακροδεξιά. Η οποία, μάλιστα, δεν είναι σαν την παλιά.
Η νέα Ακροδεξιά είναι φιλελεύθερη οικονομικά, δεν φρικιά απέναντι στους σεξουαλικούς προσανατολισμούς -όχι λίγοι ομοφυλόφιλοι ηγούνται δικών της κομμάτων-, αποδέχεται την ισότητα των γυναικών -οι αρχηγοί της σε πολλές περιπτώσεις είναι γυναίκες-, δεν αμφισβητεί την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αυτό που δεν εγκαταλείπει ποτέ είναι η αντιμεταναστευτική της πολιτική-κέντρο της δράσης της. Το γεγονός πως το τελευταίο δεν λειτουργεί ως διαχωριστική με τους ακροκεντρώους, αλλά κάνει τους τελευταίους να προκρίνουν μια αντίστοιχη ατζέντα, είναι ενδεικτικό, νομίζω, των εκλεκτικών συγγενειών.
Ακόμα κι έτσι, όμως, η Αριστερά συνεχίζει να επιλέγει την αντιφασιστική στάση. Οι Μακρόν κι οι Μητσοτάκηδες, σε αντίστοιχα ενδεχόμενα, μάλλον θα επέλεγαν την Ακροδεξιά. Στην καλύτερη περίπτωση, θα πετούσαν αετό.
Βάσει των παραπάνω, είναι πραγματικά αδιανόητο πώς αρθρογράφοι, όπως ο Νικόλας Σεβαστάκης (Περί ακραίου Κέντρου, Books’ Journal, 5 Ιουνίου 2022), βάζουν στο χαρτί διατυπώσεις του τύπου: «Το ακραίο Κέντρο δεν αφορά την κοινωνική ή την οικονομική ατζέντα, αλλά τη θεσμική και ιδεολογική αντιμετώπιση μιας Αριστεράς που έχει με τον καιρό γίνει αντιδραστική δύναμη».
Να και η γενεαλογία του: «Από μια άποψη, μπορούμε να πούμε πως ο πραγματικός γενέθλιος τόπος του ακραίου Κέντρου της σύγχρονης εποχής είναι ο πολιτικός και πνευματικός χώρος των προοδευτικών, που μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αντιτάχθηκαν στη γοητεία των δημοκρατικών/ψευδοφιλειρηνικών μετώπων τα οποία εκπορεύονταν από την κομμουνιστική (σταλινική και μετασταλινική) Αριστερά. Με άλλα λόγια, ο αληθινός πολιτικός πρόγονος του ακραίου Κέντρου είναι μια μειοψηφική αντιολοκληρωτική δημοκρατική Αριστερά που κατανόησε τον εαυτό της ως μέρος της δυτικής ταυτότητας». Πρόκειται για τους συνοδοιπόρους, σαν να λέμε, των μεταπολεμικών cold war liberals – δεν είναι δική μου ιδέα, ο ίδιος το λέει. Πρόκειται για παράγοντες, ως επί το πλείστον, οι οποίοι, κάνοντας, συνήθως, χρήση των παλιότερων αριστερών τους «περγαμηνών», στρατεύθηκαν με τους μακαρθικούς στον έξαλλο αντικομμουνισμό και δεν ορρώδησαν προ ουδενός. Ούτε με τη σφαγή στην Αλγερία ούτε με την ακόμη μεγαλύτερη στην Ινδονησία,ούτε με τις δεκάδες χούντες όπου Γης ούτε με την εκτέλεση του Αλιέντε ούτε με τίποτε.
Πρόκειται, λέει ο Σεβαστάκης, για αντιολοκληρωτικούς, οι οποίοι αποκάλυψαν το αίσχος του υποτιθέμενου «αντι-φασισμού» των ενεργούμενων της Μόσχας! Μόνο που, να, στη μεσοπολεμική περίοδο, οι μεταπολεμικοί τους σύμμαχοι δεν έδειξαν και μεγάλη προθυμία να αναχαιτίσουν τον χιτλερισμό, όταν κατάπινε τη μια χώρα πίσω από την άλλη.
Επιπλέον, μια και μιλάμε για την Ιστορία, δεν υπάρχει μαζική πολιτική δύναμη στον κόσμο που να αντιτάχθηκε σε όλους τους «ολοκληρωτισμούς», πέρα από τη Νέα Αριστερά, τον ιδεολογικό πρόγονο της σημερινής ριζοσπαστικής Αριστεράς. Θυμάμαι, ακόμα, τη διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη ενάντια στο πραξικόπημα του Γιαρουζέλσκι, το 1981, η οποία, περνώντας μπροστά από τα γραφεία του ΚΚΕ στην Εγνατία, φώναζε με πάθος: «Οι κομμουνιστές δεν είναι στρατοκράτες, αλληλεγγύη στους Πολωνούς εργάτες». Δεν είδα κανέναν ακροκεντρώο της εποχής δίπλα μου.
Δεν βγάζει νόημα, λοιπόν, η παράγραφος: «Το ακραίο Κέντρο αποκτά νόημα και λόγο ύπαρξης σε συγκεκριμένες, μεγάλες, καθοριστικές επιλογές που το διαχωρίζουν από άλλες ποικιλίες «μετριοπαθούς», ρεφορμιστικής και προοδευτικής πολιτικής. Το ακραίο Κέντρο αντιστέκεται με πάθος στη διανοητική χειραγώγηση και στο ηθικό μπούλινγκ της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε μια σειρά από θέματα: κινήματα και πολιτική βία, δυτική ταυτότητα και συμμαχίες, επιλεκτικός αντιιμπεριαλισμός».
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο Σεβαστάκης θα υπεκφύγει ολοκληρωτικά οποιαδήποτε σοβαρή αναφορά στο οικονομικό και κοινωνικό πρόγραμμα του ακραίου Κέντρου. Το οποίο δεν είναι ο Μπλερ ή ο Σρέντερ, οι θατσερικοί, δηλαδή, σοσιαλφιλελεύθεροι, που ρήμαξαν τον φτωχό κόσμο, στερώντας του κοινωνικά δικαιώματα, με επιβιωτική σημασία. Πολιτικά δικαιώματα, με τη μεταδημοκρατική συρρίκνωση του Κοινοβουλίου σε ανέκδοτο μπροστά στην ανεξέλεγκτη εξουσία των,χωρίς καμιά λογοδοσία υπερ-θεσμών, τύπου ΕΚΤ ή Eurogroup, μεταξύ πολλών άλλων. Ακόμη και ατομικές ελευθερίες, με τον πανοπτικό «αντιτρομοκρατικό» μηχανισμό του κατασκοπευτικού καπιταλισμού.
Το οικονομικό και κοινωνικό πρόγραμμα του ακραίου Κέντρου είναι μια διαρκής αφαίμαξη των εργατικών τάξεων προς όφελος των μικρών και μεγάλων αφεντικών. Μια εργοδοτική δικτατορία, που μόνο στις απαρχές του καπιταλισμού και σε ακραία καθεστώτα μετέπειτα, έχει εμφανιστεί. Η πολυκρίση που βιώνουμε -και δεν φταίει γι’ αυτήν ο «λαϊκισμός»- σε οικονομικό, ενεργειακό, υγειονομικό, ακόμη και επισιτιστικό επίπεδο, η συνεχιζόμενη κλιματική καταστροφή, οι ακραίες διακινδυνεύσεις, μέσα στις οποίες πορευόμαστε προς το άγνωστο, είναι προϊόν του υπάρχοντος καπιταλισμού και όχι κάποιων «επικίνδυνων» αντικαπιταλισμών.
Οποιος θέλει, ας συνεχίσει να θεωρεί πως το πράγμα βαίνει, κατά βάση, καλώς σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο – και οι απειλές προέρχονται από όσους θεωρούν το αντίθετο. Ο καθείς και η γνώμη του, άλλωστε.
Να μια γνώμη ακόμα: «Στην ελληνική δημόσια σφαίρα, μπορούμε να πούμε πως το ακραίο Κέντρο επερωτά κριτικά το είδος των δημοκρατικών μετώπων και των «χειραφετήσεων» που υποτιμούν τις αντιδημοκρατικές ιδεολογίες με αριστερή προέλευση».
Ευτυχώς, υπάρχουν υγιείς δυνάμεις που ανέλαβαν το έργο. Ο Μητσοτάκης, ο Αδωνις, ο Χρυσοχοΐδης, η Διαμαντοπούλου, ο Λοβέρδος – γιατί όχι και ο Καρατζαφέρης. Είμαστε σε καλά χέρια. Οι Μαδούροι, όλων των τύπων, δεν θα τα καταφέρουν.
* Εκπαιδευτικός
