ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με θέμα την έμφυλη βία και έμφαση στην ενδοοικογενειακή της εκδοχή, οργανώνεται το Σάββατο 8 Απριλίου μια ημερίδα που θα φιλοξενηθεί σε ένα ιστορικό τοπόσημο της πόλης του Πειραιά, στον Πειραϊκό Σύνδεσμο. Για τη διοργάνωσή της συνεργάστηκαν για πρώτη φορά ο Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά, ένας σύλλογος που αριθμεί πάνω από έναν αιώνα ζωής, όλοι οι δήμοι του Πειραιά και μια φεμινιστική συλλογικότητα που ιδρύθηκε λίγο πριν από την πανδημία, με στόχο να παρέμβει στην πόλη του Πειραιά σε ζητήματα έμφυλων διακρίσεων και απόδοσης έμφυλης δικαιοσύνης.

Η συνάντηση αυτών των διαφορετικής φυσιογνωμίας φορέων εξελίχθηκε δυναμική και ελπιδοφόρα, καθώς απέδειξε τελικά πόσο ώριμη είναι η κοινωνία και θεσμοί όπως η τοπική αυτοδιοίκηση ή ένας δικηγορικός σύλλογος να ασχοληθούν με ένα εξαιρετικά σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, όπως είναι η έμφυλη βία, που παρέμενε ωστόσο περιθωριοποιημένο. Κίνητρο, πιστεύω, η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, καθώς τα επεισόδια που έρχονται στο φως της δημοσιότητας πληθαίνουν και αναδεικνύουν όλο και περισσότερο την αδυναμία της πολιτείας να λειτουργήσει αφενός προληπτικά και αφετέρου αποτελεσματικά για την αντιμετώπισή τους.

Στο πλαίσιο των εργασιών της ημερίδας τίθενται πολλά ερωτήματα. Ενα από αυτά αφορά την ιστορικότητα και τον προσδιορισμό των γυναικοκτονιών. Πώς από τα εγκλήματα τιμής, τα εγκλήματα πάθους και τα οικογενειακά δράματα οδηγηθήκαμε στις γυναικοκτονίες;

Το 1976, οργανώθηκε στις Βρυξέλλες το Διεθνές Δικαστήριο Εγκλημάτων κατά των Γυναικών, με τη συμμετοχή περίπου 2.000 γυναικών από 40 χώρες. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ, που ζούσε ακόμη, το χαιρέτισε ως την αρχή του τέλους της αποικιοκρατίας για τις γυναίκες. Στο πλαίσιο των εργασιών αυτής της συνάντησης διατυπώνεται για πρώτη φορά με σαφήνεια η ιδιαίτερη φύση των εγκλημάτων κατά των γυναικών.

Η Ράσελ στην ιστορική της ομιλία υποστηρίζει ότι οι κοινωνίες πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι πολλές από τις ανθρωποκτονίες είναι στην πραγματικότητα γυναικοκτονίες. Οτι οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι οι δολοφονίες των γυναικών όχι μόνο δεν είναι μεμονωμένα και τυχαία φαινόμενα, αλλά συνιστούν έμφυλες πολιτικές δολοφονίας για τον έλεγχο και τη συμμόρφωση των γυναικών, πολιτικές που έχουν ιστορικότητα, διάρκεια και κοινωνική ανοχή. Η άρνηση του πολιτικού και συστηματικού χαρακτήρα αυτών των δολοφονιών βοηθά στη διαιώνισή τους και κρατά τις γυναίκες ευάλωτες και φοβισμένες.

Εκτοτε, ο όρος εμπεδώνεται σταδιακά, αρχικά στους φεμινιστικούς κύκλους και στις αντίστοιχες έρευνες και στη συνέχεια στις δυτικές κοινωνίες ευρύτερα. Το 1992, κυκλοφορεί, όμως, ένα βιβλίο που θα γίνει βιβλίο αναφοράς για τις γυναικοκτονίες. Εκδίδεται με επιμέλεια της ίδιας της Ράσελ και της Αγγλίδας εγκληματολόγου Τζιλ Ράντφορντ και φέρει τον τίτλο: «Γυναικοκτονία: Η πολιτική της δολοφονίας των γυναικών». Στη βάση αυτού του συλλογικού τόμου, που θα δημιουργήσει παράδοση έρευνας για τα εγκλήματα κατά των γυναικών, η γυναικοκτονία συνδέεται με ατομικά αλλά και συλλογικά εγκλήματα κατά των γυναικών, όπως για παράδειγμα το κυνήγι των μαγισσών, τα εγκλήματα τιμής, τα εγκλήματα πάθους, τα οικογενειακά λεγόμενα δράματα και όλες τις δολοφονίες των γυναικών στη βάση του φύλου τους.

Τεκμηριώνεται, με άλλα λόγια, η ιστορικότητα των έμφυλων εγκλημάτων. Αποκτά επίσης διαθεματικότητα, καθώς, μέσα από τις συμβολές του τόμου, η έμφυλη διάκριση διασταυρώνεται με αυτήν της φυλής, της τάξης, της κουλτούρας. Γίνεται εμπρόθετη, καθώς συνδέεται με την επιβεβαίωση της αντρικής εξουσίας πάνω στις γυναίκες. Αποδίδεται στην πατριαρχική συγκρότηση των κοινωνιών. Εντάσσεται στο φαινόμενο της έμφυλης βίας, στην αλυσίδα της οποίας αποτελεί τον τελευταίο κρίκο. Η ίδια η έμφυλη βία ορίζεται ως μια φυσική, οπτική, λεκτική ή σεξουαλική πράξη που βιώνεται από τις γυναίκες και τα κορίτσια ως απειλή, εισβολή, προσβολή της προσωπικότητας και της ελευθερίας της.

O ορισμός που υιοθετείται εδώ είναι πολύ σημαντικός, καθώς υπογραμμίζει, αφενός, την παραφωνία στις προσλήψεις και τις εμπειρίες ανδρών και γυναικών αναφορικά με την έμφυλη βία. Γνωρίζουμε πόσο συχνά στις καθημερινές μας κουβέντες αλλά και στα δικαστήρια άντρες και γυναίκες έχουμε διαφορετική εμπειρία για τη συναίνεση και την άρνηση. Είναι, αφετέρου, σημαντικός, καθώς οργανώνει το συνεχές της έμφυλης βίας.

Στη βάση αυτή, όπως θα αναδειχθεί και στη συνέχεια, ο βιασμός ή η γυναικοκτονία δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο. Είναι κρίκοι μιας αλυσίδας, της αλυσίδας της έμφυλης βίας που περιλαμβάνει την ψυχολογική/συναισθηματική, λεκτική και σωματική βία, την παρενοχλητική παρακολούθηση, τη σεξουαλική παρενόχληση, την εξαναγκαστική πορνεία, την εμπορία, τον εξαναγκαστικό γάμο, τον πρόωρο γάμο, την κακοποίηση, τις βρεφοκτονίες επειδή γεννήθηκαν κορίτσια και όχι αγόρια, τον βιασμό και τη γυναικοκτονία, χωρίς να υπολογιστούν οι γυναίκες που δολοφονούνται επειδή δεν πραγματοποιήθηκε η υπόσχεση της προίκας, από επιβλαβείς έμφυλες πρακτικές, από ακραία παραμέληση, κάνοντας παράνομες αμβλώσεις, μετά από ακρωτηριασμό των γεννητικών τους οργάνων. Το 2013, η Διακήρυξη της Βιέννης θα προσθέσει τις στοχοθετημένες δολοφονίες γυναικών στο πλαίσιο πολεμικών συγκρούσεων, καθώς και τις μαζικές δολοφονίες Αβορίγινων και αυτόχθονων γυναικών και κοριτσιών από εισβολείς κάθε είδους.

Αυτός είναι ο συστηματικός χαρακτήρας της έμφυλης βίας. Αυτό είναι το συνεχές των έμφυλων εγκλημάτων.

*Ιστορικός, καθηγήτρια ΑΠΘ