Αστέρης Πλιάκος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Όσο και να ηχεί παράξενα ο τίτλος της παρούσας συμβολής, το τρίτο μνημόνιο όντως θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εφαλτήριο μεγάλων δημοκρατικών αλλαγών για την Ευρώπη. 

Αυτό που διαφοροποιεί κατ’ αρχήν το τρίτο μνημόνιο από τα δύο προηγούμενα είναι ότι τα δύο πρώτα ήταν απόρροια διακυβερνητικών συμφωνιών, το περιεχόμενο των οποίων ήταν ελάχιστα συμβατό με τις αρχές, τις αξίες και το σκοπό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Τα δύο πρώτα μνημόνια εξέφραζαν τη σκληρή λογική των πιστωτών, η οποία μάλιστα έφτασε στο σημείο να συσκοτίσει και αλλοιώσει πλήρως την ουσία και αποστολή των οργάνων της  Ένωσης, τα οποία κατέληξαν να λειτουργούν ως οχήματα επιβολής και νομιμοποίησης μιας στυγνής οικονομικής, αν όχι κερδοσκοπικής, διακρατικής λογικής. 

Το τρίτο μνημόνιο εντάσσεται σε μια νέα ευρωπαϊκή αντίληψη, η οποία ξεκίνησε ως σπασμωδική αντίδραση στα έργα και τις ημέρες της τρόικας, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων ήταν η πλήρη αδιαφάνεια και η  πρόδηλη δημοκρατική υστέρηση, με αποτέλεσμα να επιβληθούν  πολιτικές και δράσεις ξένες προς τις αρχές και τις αξίες τόσο των Ευρωπαϊκών Συνθηκών, όσο και του Ελληνικού Συντάγματος. 

Η νέα αυτή ευρωπαϊκή αντίληψη οικοδομείται σταδιακά και έχει ως πλαίσιο αναφοράς το σκοπό της Ένωσης που είναι η προώθηση της ειρήνης, των αξιών της και της ευημερίας των λαών της. 

Εκδηλώθηκε για πρώτη φορά με το δικαστικό προσδιορισμό της έννοιας της ρήτρας μη διάσωσης, την οποία συστηματικά και επίμονα επικαλούνταν Γερμανοί αξιωματούχοι για να δικαιολογήσουν τη μη βοήθειά τους στην Ελλάδα. Το θέμα λύθηκε με την απόφαση Pringle του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έκρινε ότι η μη ανάληψη της ευθύνης ενός κράτους μέλους για το δημόσιο χρέος από τα όργανα και τα άλλα κράτη μέλη της ευρωζώνης δεν σημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν οικειοθελώς να παράσχουν χρηματοδοτική συνδρομή σε ένα κράτος μέλος που δεν έχει πρόσβαση στις αγορές. Αρκεί το κράτος αυτό να υπόκειται σε ένα πρόγραμμα εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών του, έτσι ώστε να μη θίγονται οι καταστατικές αρχές της ευρωζώνης. 

Μια συστηματική προσέγγιση επιχείρησε ο Κανονισμός 472/2013, ο οποίος επιδίωξε να εναρμονίσει τα προγράμματα μακροοικονομικής προσαρμογής με τις αρχές και τις αξίες της Ένωσης. Η επιδίωξη αυτή καθίσταται φανερή από το προοίμιό του, το οποίο επικαλούμενο τις ιδρυτικές συνθήκες της Ε.Ε., ρητά προβλέπει ότι η Ένωση, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και των δράσεων της, πρέπει να συνεκτιμά τις απαιτήσεις που συνδέονται με την προαγωγή ενός υψηλού επιπέδου απασχόλησης, τη διασφάλιση της κατάλληλης κοινωνικής προστασίας, την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού, και ένα υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, κατάρτισης και προστασίας της ανθρώπινης υγείας. 

Κατ’ εφαρμογή αυτού του άρθρου, ο Κανονισμός περιλαμβάνει διατάξεις που συνδέουν την εκτέλεση ενός προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής, από ένα κράτος που ζήτησε χρηματοδοτική συνδρομή από τον ΕΜΣ, με τις ως άνω επιδιώξεις. Έτσι το πρόγραμμα αυτό και κατ’ επέκταση το μνημόνιο που έχει υπογράψει η Επιτροπή με την Ελλάδα, θα πρέπει να είναι συμβατό με την στρατηγική της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση και το δικαίωμα διαπραγμάτευσης και συλλογικών δράσεων, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει  να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη για εξασφάλιση των μέσων που επιτρέπουν την εφαρμογή θεμελιωδών πολιτικών, όπως η εκπαίδευση και η περίθαλψη.

Εν προκειμένω, ανοίγεται πεδίο διαπραγμάτευσης λαμπρό για την Ελληνική κυβέρνηση, στο βαθμό που ο σεβασμός αυτών των πολιτικών συνεπάγεται ανάληψη νέων πρωτοβουλιών για τη σχετική χρηματοδότησή τους, πέραν και έξω από τις απαιτήσεις των υπαρχόντων δεικτών χρέους και ελλειμμάτων, καθώς και των σχετικών όρων του νέου πακέτου συμφωνίας της Ελλάδας με τον ΕΜΣ. 

Ταυτόχρονα, ο Κανονισμός απαιτεί τον πλήρη κοινοβουλευτικό έλεγχο του προγράμματος, στο όνομα της ευρωπαϊκής δημοκρατικής αρχής. Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται άλλωστε και η πρόταση του Πρωθυπουργού κ. Α. Τσίπρα προς τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κ. Μ. Σουλτς, της 19.8.2015, για την θεσμική εμπλοκή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην διαδικασία αξιολόγησης του τρίτου μνημονίου. 

Ιδιαίτερης σημασίας για τη νέα ευρωπαϊκή αντίληψη είναι επίσης η απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ,  της 16.6.2015,  στην υπόθεση Gauweiler, όπου κρίθηκε ότι το πρόγραμμα ΟΜΤ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι συμβατό με τη ρήτρα μη νομισματικής χρηματοδότησης των κρατών μελών της ευρωζώνης, έστω και αν με την αγορά κρατικών ομολόγων από τη δευτερογενή αγορά ενισχύεται ταυτόχρονα η οικονομική πολιτική ενός κράτους μέλους της ευρωζώνης. 

Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο της νέας ευρωπαϊκής αντίληψης είναι ο σεβασμός του κριτηρίου της βιωσιμότητας του χρέους, στο οποίο αναφέρεται ο προαναφερθείς κανονισμός, όπως άλλωστε αναγνώρισε η σύνοδος κορυφής της ευρωζώνης, της 12.7.2015, αναφορικά με την Ελλάδα.  Στο πλαίσιο αυτό, θα ήταν πιο αποτελεσματικό να συνδεθεί η  αποπληρωμή του χρέους με τη ρήτρα ανάπτυξης, κατά τρόπο μάλιστα που να μην ανακόπτεται η δυναμική αναπτυξιακή του πορεία, κάτι βέβαια που ισοδυναμεί με την αναστολή πληρωμής του για όσο χρόνο δεν επιτυγχάνεται ο επιθυμητός δείκτης ανάπτυξης. 

Σε μια ομοσπονδιακή προοπτική, μιας που η τόσο αγαπητή στην κ. Μέρκελ διακυβερνητική μέθοδος απέτυχε παταγωδώς,  τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να προβούν σε μια καθαρή απομείωση της ονομαστικής  αξίας του Ελληνικού δημόσιου χρέους, ως ελεύθερη επιλογή, η οποία όχι μόνο να συνδέεται με προγράμματα οικονομικής εξυγίανσης, αλλά και με την προοπτική μια συνολικής οικονομικής ανάπτυξης, στη βάση μιας ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, με ίδιο προϋπολογισμό και φυσικά ίδια δημοκρατική αρχή. 

Επί του παρόντος, η αρμονική συμφιλίωση των ρητρών της δημοσιονομικής σταθερότητας,  της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης και της αλληλεγγύης, συνιστά το μέγα ζητούμενο της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, στην οποία εκχωρήθηκαν μεγάλα τμήματα εθνικής κυριαρχίας, στο όνομα καλύτερης προστασίας της δημοκρατίας, της αειφόρου ανάπτυξης και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών της Ένωσης. Διαφορετικά θα αναβιώσει αργά ή γρήγορα η ανάγκη εθνικής προστασίας, κατά μείζονα λόγο που η αρχή της προστασίας της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας αποτελεί και αρχή της Ένωσης. 

*Ο Αστέρης Πλιάκος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασκεί δικηγορία σε υποθέσεις Ευρωπαϊκού Δικαίου.