ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Κώνστας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν είναι η πρώτη φορά που τα εσωτερικά πολιτικά δρώμενα στο Ισραήλ αναβαθμίζονται στη διεθνή πολιτική σκηνή. Και δεν αναφέρομαι σε ακραίες καταστάσεις όπως η δολοφονία του Ισραηλινού πρωθυπουργού Γιτζάκ Ράμπιν τον Νοέμβριο του 1995, μετά τις Συμφωνίες του Οσλο, αλλά και σε ζητήματα πολιτικής ρουτίνας, όπως η αλλαγή κυβέρνησης έπειτα από εκλογές. Ομως οι διεθνείς αντιδράσεις που ακολούθησαν μια «ομαλή» διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης έπειτα από εκλογές, όπως εκείνες της 1ης Νοεμβρίου 2022, δεν έχουν προηγούμενο.

H πρώτη αφορμή υπήρξε η ίδια η σύνθεση της νέας κυβέρνησης που χαρακτηρίστηκε ως η πλέον ακροδεξιά στην ιστορία του Ισραήλ (Bλ. BBC News 22.12.2022). Χαρακτηριστικότερη φιγούρα του κυβερνητικού σχήματος o νέος υπουργός Εθνικής Ασφάλειας Ben-Gvir, ο οποίος σε ηλικία 46 ετών έχει τουλάχιστον οκτώ καταδίκες για εγκλήματα, όπως η υποστήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων μέχρι και η υποκίνηση του ρατσισμού. Η ανάθεση σε ένα τέτοιο άτομο της εσωτερικής ασφάλειας του Ισραήλ έγινε πρώτο θέμα στο τεύχος που κυκλοφορεί του έγκριτου αμερικανικού περιοδικού New Yorker.

Ακόμη σοβαρότερη αφορμή για τις διεθνείς αντιδράσεις υπήρξε η κατάθεση νομοσχεδίου με το οποίο η Βουλή του Ισραήλ (Κνεσέτ) αποκτά το δικαίωμα να αναιρεί με απλή πλειοψηφία αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου ενώ δίνει στην κυβέρνηση τον πλήρη έλεγχο της Επιτροπής Διορισμού Δικαστών. Ετσι η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα ελέγχει απολύτως τη Δικαιοσύνη. Η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι σκοπός του νομοσχεδίου δεν είναι γενικά ο έλεγχος της Δικαιοσύνης αλλά και της υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιόν της και αφορά ποινικές διώξεις εναντίον του ίδιου του Νετανιάχου, αφού μετά την ψήφισή του θα ελέγχει τον διορισμό του γενικού εισαγγελέα και των δικαστικών λειτουργών που ασχολούνται ή θα ασχοληθούν με τις υποθέσεις του.

Το τρίτο βήμα του Νετανιάχου ήταν να ανταμείψει τους εποίκους για τη στήριξή τους χάρη στην οποία κέρδισε τις εκλογές. Στις 12 Φεβρουαρίου ανακοινώθηκε η αναδρομική έγκριση εννέα νέων οικισμών στη Δυτική Οχθη και ο πολλαπλασιασμός των αδειών κατασκευής οικιών στους ήδη υφιστάμενους οικισμούς. Εδώ τα πράγματα δυσκόλεψαν. Μετά τη δήλωση του Αμερικανού ΥΠΕΞ ότι αισθάνεται «ιδιαίτερα προβληματισμένος» από αυτές τις ενέργειες, οι υπουργοί Εξωτερικών των Μ. Βρετανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Γερμανίας και ο Αμερικανός ομόλογός τους εξέφρασαν με κοινή ανακοίνωση την αντίθεσή τους και την ανησυχία τους ότι θα «υπονομευτεί η λύση των “δύο κρατών” στο παλαιστινιακό πρόβλημα». Τέσσερις μέρες αργότερα (18.2.2023) τέσσερις μεγάλες χώρες της Λατινικής και Κεντρικής Αμερικής, η Βραζιλία, η Αργεντινή, η Χιλή και το Μεξικό, «καταδίκασαν» με κοινό κείμενο «τα μονομερή μέτρα του Ισραήλ που συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου και των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ». Μετά δύο ημέρες ο Νετανιάχου ανέστειλε «για τους επόμενους μήνες» την υλοποίηση του σχεδίου του για τους νέους οικισμούς.

Oι «μεταρρυθμίσεις» της νέας κυβέρνησης Νετανιάχου έχουν προκαλέσει σοβαρή αναταραχή και εντός του Ισραήλ με σχεδόν καθημερινές διαδηλώσεις, οι οποίες ξεκίνησαν από το Τελ Αβίβ και επεκτάθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα. Εντυπωσιακή είναι η παρουσία δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων έξω από την Κνεσέτ κάθε φορά που το επίμαχο νομοσχέδιο έρχεται προς συζήτηση. Σημαντικότερες ίσως για τη νέα κυβέρνηση Νετανιάχου είναι οι αντιδράσεις της οικονομικής, τεχνολογικής και στρατιωτικής ελίτ της χώρας αλλά και σημαντικών παραγόντων του εβραϊκού λόμπι στις ΗΠΑ κατά των μέτρων. Λιγότερο τον απασχολούν οι εσωτερικές πολιτικές αντιδράσεις, αν και πρόσφατες σφυγμομετρήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των πολιτών, ένα 60% με 65%, αντιτίθεται στις «συνταγματικές» του μεταρρυθμίσεις. Προσωπικός στόχος του «αναβαπτισμένου» στη λαϊκή εντολή Νετανιάχου είναι η αποκατάσταση των σχέσεων του Ισραήλ με τον αραβικό κόσμο. Με τα δικά του λόγια: να καταστεί η «αραβοϊσραηλινή» αντιπαράθεση «σύγκρουση Ισραήλ-Παλαιστινίων», δηλαδή να πάψει να αποτελεί μέλημα του αραβικού κόσμου. Το μεγάλο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν η αποκατάσταση των σχέσεων του εβραϊκού κράτους με τη Σαουδική Αραβία με κοινό στόχο την αντιμετώπιση του Ιράν. Οσο η αντιπαράθεση στο εσωτερικό του Ισραήλ περιορίζεται σε θέματα της λειτουργίας των εσωτερικών θεσμών ο στόχος αυτός δεν κινδυνεύει. Απλά καθυστερεί η υλοποίησή του μέχρις ότου ηρεμήσουν τα πράγματα.

Η Ελλάδα και η πολιτική της ηγεσία, κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση, έχουν αναπτύξει εδώ και αρκετά χρόνια μια ιδιαίτερη σχέση με το Ισραήλ αξιοποιώντας και την όξυνση των τουρκο-ισραηλινών σχέσεων (ουσιαστικά τη διακοπή τους, λόγω και της προσωπικής αντιπαράθεσης Νετανιάχου-Ερντογάν). Ομως για τον Ελληνα δημοκράτη η ανησυχία της ισραηλινής Αριστεράς για τη δημοκρατία και την τύχη των Παλαιστινίων δεν μπορεί παρά να είναι και δική του ανησυχία.

* Iδρυτικός διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων – ΙΔΙΣ (1988-2005), πρώην πρέσβης εκ προσωπικοτήτων