Πήρε λέει φωτιά βιοτεχνία ξύλου κι από κει προχώρησε κι έκαψε τρία σπίτια. Προσπάθησαν, λέει, οι λιγοστοί κάτοικοι με λάστιχα και με κουβάδες νερό από τον Αώο που διασχίζει τον οικισμό… Η πυροσβεστική πότε να φτάσει από τα Γιάννενα;
Ερμη, Βωβούσα. Πόσες φορές θα καείς; Κάηκες μια στον πρώτο σου διχασμό, άλλη στον δεύτερο, τρίτη από τους ναζί και τώρα από πυρκαγιά; Τις προηγούμενες φορές σε δίσεχτους και άτιμους καιρούς. Ησουνα ανθηρή την πρώτη, κουτσουρεμένη μα ζωντανή τη δεύτερη και την τρίτη. Τούτη τη φορά σε βρήκε η μοίρα σχεδόν έρημη κι απροστάτευτη. Το ζανάτι το ίδιο που σε κρατούσε μισοζωντανή, η τέχνη του ξύλου, ήταν να γίνει η αιτία. Τα πεύκα σου τα ιερά, τα πεύκα σου τα εύφλεκτα ωσάν και την ψυχή σου έγιναν φωτιά. Ούτε η Αγία Παρασκευή, ούτε ο Αϊ-Γιώργης πρόλαβαν. Και πώς να προλάβουν στην ερημιά και στην εγκατάλειψη. Ποιος να ανάψει τα καντήλια, ένα κερί στους Αγίους; Που πήραν των ομματιών τους, ρίξανε μαύρη πέτρα οι πιο πολλοί, ιδίως οι νέοι;
Ερμη, Βωβούσα. Σε είπανε προορισμό. Τουριστικό. Μα ποιος τουρίστας να σε σώσει; Σε είπαν Ανατολικό Ζαγόρι, μα ποιος Δήμος Ζαγορίου να σε φτάσει; Να σε προστατεύσει; Που δεν απόμεινε νέος για νέος, παρά μόνον τριήμερα και διακοπές;
Σε είπαν Εθνικό Πάρκο. Μα ποια αρκούδα να σε λυπηθεί; Πού να σε εύρει ο Αρκτούρος τέτοια εποχή; Χειμώνας. Χειμερία νάρκη. Νάρκη και νάρκα μες στα σπλάχνα σου. Νάρκα από ρετσίνι. Κατράμι μαύρο. Πιο μαύρο κι απ’ τον θάνατο. Τον ζωντανό τον χωρισμό. Παρηγοριά δεν έχεις.
Καλή μου, Βωβούσα. Μια και δεν είσαι άμαθη, το ξέρω πως θ’ αντέξεις. Δεν θα παραπονεθείς. Πού είν’ το κράτος και τέτοια παραμύθια. Μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια. Μόνη σου θα πορεύεσαι. Μόνη θα κλείσεις τις πληγές. Ο ένας με τον άλλον. Ολοι μαζί. Ξέρεις εσύ. Η ιστορία σου. Τ’ αντέτια σου. Ρητίνη η ιστορία σου. Τι κι αν καείς, δεν καίγεσαι. Ξυλοκόποι απόμαχοι, υφάντρες γυναίκες θα μερεμετίσουν το παρόν. Με μοιρολόγια, μα και με κουράγιο, με αλληλοβοήθεια, με το κεφάλι ψηλά…
Ερημη, μα έμορφη, Βωβούσα. Σαν το ποτάμι μέσα σου. Μην πάψεις να κελαρίζεις παρελθόν. Μην ξεχαστείς. Υπάρχει για σένα μέλλον. Και πρέπει μόνη να το βρεις. Μην περιμένεις από κανένα κράτος. Το κράτος είναι μέσα σου. Είναι οι Βωβουσιώτες. Στα πέρατα της Γης. Μην ξεχαστείς. Να τους καλέσεις…
*Καθηγητής Κοινωνικής Λαογραφίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
