ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Καπόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ετοιμάζεται η Ρωσία να προσπαθήσει για δεύτερη φορά να καταλάβει το Κίεβο;

Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζει ένα κύμα ρεπορτάζ και αναλύσεων στη Δύση, που δεν αποκλείεται να είναι και επικοινωνιακός ελιγμός του Ζελένσκι, ο οποίος προσπαθεί, μαζί με τα βαρέα άρματα μάχης, να αποκτήσει και μαχητικά αεροσκάφη.

Το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί αν δεν υπάρξει μια θεμελιωμένη ερμηνεία της αποχώρησης των ρωσικών δυνάμεων, στις αρχές Απριλίου του 2022, που είχαν αναπτυχθεί πέριξ της ουκρανικής πρωτεύουσας. Μια πόλη, η ευρύτερη περιοχή της οποίας πλησιάζει ή, για να είμαστε ακριβείς, πλησίαζε, πριν από την εισβολή τα 4 εκατομμύρια κατοίκους, έχει στην περίπτωση που θα μετατραπεί σε πεδίο μάχης, συνθλιπτικό κόστος σε απώλειες και από τις δύο πλευρές και ταυτόχρονα κινδυνεύει να είναι μια επικοινωνιακή καταστροφή για τη Μόσχα. Η κατάληψη του Κιέβου όμως θα έχει συμβολικό και ουσιαστικό αντίκτυπο.

Συμβολικό πολιτικό αντίκτυπο, καθώς η εκκένωση της πόλης από την κυβέρνηση και τις υπηρεσίες της και η αποχώρηση του διπλωματικού σώματος θα δημιουργήσουν μια ισχυρή παράσταση νίκης για τη Ρωσία και θα λύσουν τα χέρια του Κρεμλίνου, ώστε να συγκροτηθεί νέα κυβέρνηση που θα ζητήσει κατάπαυση του πυρός και διαπραγματεύσεις για συνολική διευθέτηση. Ένα είναι βέβαιο: ότι οι 200.000 στρατιώτες που κατετάγησαν προ μηνών, μετά τη μερική επιστράτευση, λογικά, θα πρέπει να έχουν τελειώσει την εκπαίδευσή τους, οπότε η Μόσχα δε θα έχει κίνητρο να μεταθέσει χρονικά την επίθεση. Τα παραπάνω σενάρια πάσχουν, όχι τόσο από τον κίνδυνο διάψευσης στο πεδίο της μάχης, όσο από την επόμενη μέρα μιας ρωσικής «νίκης». Το ερώτημα είναι αμείλικτο: Ακόμη και αν η Ρωσία καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα της Ουκρανίας, πώς θα διοικήσει περιοχές όπου δεν υπάρχουν ρωσόφωνοι και οι οποίες θεωρούνται το λίκνο του ουκρανικού εθνικισμού;

Σε καμιά περίπτωση, μια ούτως ή άλλως δύσκολη και υψηλού κόστους κατάληψη του Κιέβου δε σημαίνει νίκη της Μόσχας και «ειρήνευση». Μπορούμε να φανταστούμε κάποιες εικόνες από ένα όχι πολύ μακρινό μέλλον:

● Την κυβέρνηση της Ουκρανίας να καταφεύγει στην πόλη Λβιβ ή στην πολωνική πόλη Λιούμπλιν, από την άλλη μεριά των συνόρων και την Πολωνία να γίνεται βάση υποστήριξης ανταρτοπόλεμου στη Δυτική Ουκρανία, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τον άμαχο πληθυσμό.

Έναν χρόνο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, δεν υπάρχει σενάριο που να νομιμοποιεί την προσδοκία τερματισμού του πολέμου, με την καθαρή νίκη της μιας ή της άλλης πλευράς. Αν ούτε η ήττα της μιας μεριάς και η νίκη της άλλης δεν αρκούν για να υπάρξει σταθεροποίηση στην Ανατολική Ευρώπη, τότε, κατά μείζονα λόγο, το ίδιο ισχύει και για το σενάριο μιας παγωμένης σύγκρουσης στις σημερινές γραμμές αντιπαράθεσης.

Τούτων λεχθέντων, η κύρια πολιτική επένδυση και προσδοκία του Κρεμλίνου από μια νέα συνολική επίθεση είναι δίχως αμφιβολία να διευρυνθούν από ρήγματα σε ρήξεις, οι διαφωνίες και αντιπαραθέσεις στη διατλαντική σχέση για το μέλλον των σχέσεων της Δύσης με τη Ρωσία. Με τα παραπάνω σενάρια να είναι επί του παρόντος υποθέσεις εργασίας, η μόνη σοβαρή ένδειξη ότι επίκειται νέα ρωσική επίθεση, είτε στο Κίεβο είτε συνολική, είναι η πυρετώδης διπλωματική κινητοποίηση του Ζελένσκι, αλλά και η ανοιχτή αντιπαράθεση του καγκελάριου Σολτς με την ΥΠΕΞ Μπέρμποκ, που ζητά πλήρη και ανεπιφύλακτη στήριξη της Ουκρανίας από τη Γερμανία.