Η δεκαετία του 2010 στην Ευρώπη σημαδεύτηκε από την κεντρική παρουσία της γερμανικής πολιτικής. Στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να εννοηθεί ευρωπαϊκή ιστορία εκείνη την περίοδο χωρίς την πρωταρχική ανάγκη μιας λεπτομερούς ανάλυσης του γερμανικού παράγοντα. Η γερμανική εμπλοκή, ωστόσο, έχει μια ιστορία πίσω της.
Η νεοφιλελεύθερη πολιτική θέτει ότι η λεγόμενη οικονομία της αγοράς είναι η μόνη πιθανότητα καλής διακυβέρνησης τώρα και στο μέλλον. Ενα μόνιμο αποτέλεσμα της σχετικής πολιτικής, εκτός από την πτώση της ΕΣΣΔ, υπήρξε η επανένωση των δυο Γερμανιών. Η επανένωση υπήρξε το τελευταίο δηλητηριώδες δώρο της καταρρέουσας Σοβιετικής Ενωσης στον δυτικό κόσμο και είναι άκρως διαφωτιστικό, ότι η νεοφιλελεύθερη Μάργκαρετ Θάτσερ συντάχθηκε με τη δυσαρέσκεια του σοσιαλιστή Φρανσουά Μιτεράν προκειμένου να ματαιώσουν τη γερμανική επανένωση ως ένα πολιτικά ανώριμο εγχείρημα. Στην ουσία, η προσήλωση στην εν λόγω πολιτική οδήγησε στη δημιουργία ενός οικονομικού γίγαντα που δεν ήταν άλλος από την ενωμένη Γερμανία. Αυτή ήταν, πιθανώς, μια απρόβλεπτη συνέπεια για τους πολιτικούς οραματισμούς και τις πεποιθήσεις του νεοφιλελευθερισμού.
Η γερμανική πολιτική υπήρξε σταθερή, ιδίως σε ένα σημείο, δηλαδή στην προσπάθεια να δείξει ότι το δόγμα του Φράνσις Φουκουγιάμα περί τέλους της Ιστορίας ήταν λανθασμένο. Ο Αμερικανός θεωρητικός των διεθνών σχέσεων Φουκουγιάμα είχε υποστηρίξει ότι η Ιστορία, ως απροσδιοριστία του μέλλοντος, είχε ολοκληρώσει τη διαδρομή της στα ανθρώπινα πράγματα και η μόνη κοινή προσπάθεια που απέμενε ήταν οι διορθωτικές κινήσεις επιβολής της δημοκρατίας στις χώρες όπου αυτή δεν ήταν ακόμη εγκατεστημένη. Αν ο Γερμανός φιλόσοφος Χέγκελ υπήρξε ο κύριος εκπρόσωπος της Φιλοσοφίας της Ιστορίας και ο Καρλ Πόπερ ο κύριος αρνητής της με το έργο του για την «Ανοιχτή κοινωνία», ο Φουκουγιάμα προχώρησε σε μια μείξη των δυο σκέψεων. Η ιστορική νίκη των φιλελεύθερων δημοκρατιών εμφανίζεται, έτσι, ως το τέλος κάθε νέας, πιθανής φιλοσοφίας της ιστορίας.
Ομως, η Γερμανική δημοκρατία, την εποχή της ευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης, έδρασε με αποφασιστικότητα, καταλύοντας πλήρως τη συλλογιστική του Φουκουγιάμα περί ενός α-ιστορικού δημοκρατικού κόσμου. Αντίθετα προς τον Φουκουγιάμα, τέθηκε ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν είναι πλέον αρκετοί ως εγγύηση απέναντι στην κίνηση της ιστορίας αλλά χρειάζεται και οι λαοί να είναι ενάρετοι. Τέτοιο ήταν το κυρίαρχο μοτίβο της γερμανικής πολιτικής ως προς την οικονομική κρίση. Από την άποψη της ιστορίας των ιδεών, θα μπορούσε να διακρίνει κανείς εδώ ένα δεύτερο, συμπληρωματικό σχέδιο, που μάλλον η νεοφιλελεύθερη σκέψη δεν είχε κατά νου όταν πρότασσε το όραμά της. Οι Αγγλοσάξονες πολιτικοί είχαν μεριμνήσει να ανάγουν την αντίσταση στον νεοφιλελευθερισμό είτε στην απουσία κοινής λογικότητας είτε σε έλλειμμα δημοκρατίας, χωρίς, όμως, κάποια πρόσθετη ηθική προκατάληψη.
Κατά κάποιο τρόπο, βλέπουμε να ολοκληρώνεται εδώ ένας λογικός κύκλος. Ο προσανατολισμός της δημοκρατίας προς μια συγκεκριμένη οικονομική οργάνωση δεν κατόρθωσε να παραμείνει στο πεδίο της λογικότητας (Τhere Is No Alternative = δεν υπάρχει εναλλακτική λύση). Στη γερμανική εκδοχή της, οδήγησε στην ταύτιση αυτής της τελευταίας με την αρετή, δηλαδή την ηθική. Ωστόσο, η ηθική είναι εξ ορισμού διλημματική και εντείνει τις συγκρούσεις, ενώ η άνοδος της Γερμανίας ως νέου ηθικού και ιστορικού υποκειμένου αποδεικνύει ακριβώς το άτοπο της θεωρίας περί τέλους της Ιστορίας. Στο επίπεδο, τώρα, των ιστορικών γεγονότων, ο σκληρός Φεβρουάριος του 2022 (Ουκρανία) επικυρώνει την ανάκαμψη της ιστορίας, όχι όμως με τρόπο ευχάριστο για την Ευρώπη.
Τα γεγονότα των οποίων είχαμε την ευκαιρία να είμαστε θεατές και μάρτυρες μοιάζει να σημαίνουν ότι κάθε στάδιο στην πορεία της ιστορίας αφήνει πίσω του κάτι το ανείπωτο, κάτι που αντιστοιχεί σε έναν απροσδιόριστο αλλά όχι άπειρο νοηματικό χώρο, μέσα από τον οποίο πηγάζει η επόμενη ιστορική πραγματικότητα. Ανεξάρτητα από το τι αποφασίζουν τα ιστορικά υποκείμενα, αυτό το ανείπωτο είναι καθοριστικό για την ιστορική ανέλιξη, η οποία παίρνει πάντοτε τη μορφή μιας κλιμάκωσης. Ακόμη κι αν ελπίσουμε ότι ορισμένοι μπορεί να έχουν την απαραίτητη στοχαστική δύναμη ώστε να αντιλαμβάνονται το ανείπωτο, δεν τους αφήνει να εισακουστούν η θανάσιμη μοναξιά όσων λαμβάνουν τις αποφάσεις.
* καθηγητής Φιλοσοφίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
