Πριν από μισό αιώνα, την 1.1.1973, η πρώτη στην ιστορία τής τότε ΕΟΚ διεύρυνση γινόταν πραγματικότητα με την ένταξή της Βρετανίας, της Ιρλανδίας και της Δανίας.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, με κυβέρνηση των Συντηρητικών υπό τον Μακμίλαν, είχε ζητήσει την πλήρη ένταξη το 1960, για να προσκρούσει στη σκληρή άρνηση του Ντε Γκολ που πίστευε ότι η ένταξη του Λονδίνου θα ήταν «Δούρειος Ιππος» των ΗΠΑ.
Ολα άλλαξαν όταν μετά την παραίτηση του στρατηγού την άνοιξη του 1969 ο Πομπιντού, στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του, τάχθηκε υπέρ της ένταξης της «Δόλιας Αλβιώνας».
Το «όχι» του Ντε Γκολ εξέφραζε την ανησυχία ότι η Βρετανία ήθελε απλά να συνεχίσει εντός της ΕΟΚ μια πολιτική με ιστορικό βάθος πέντε αιώνων με σταθερά επιδίωξη την αποτροπή ενοποίησης της Ηπειρωτικής Ευρώπης υπό την ηγεμονία μιας μεγάλης δύναμης.
Το «ναι» του Πομπιντού δεν οφειλόταν σε επανεκτίμηση του ρόλου της Βρετανίας, αλλά σε μια ρεαλιστική αποτίμηση των εσωτερικών συσχετισμών της ΕΟΚ των 6 όπου η κυριαρχία της Δυτικής Γερμανίας καθιστούσε αναγκαία την εξισορρόπησή της με την ένταξη της Βρετανίας.
Τα παραπάνω πέρασαν απαρατήρητα παρά την ιστορική σημασία τους.
Για πρώτη φορά μετά τη γαλλογερμανική προσέγγιση στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 δεν γινόταν επίκληση των ευρωπαϊκών ιδανικών, που ήταν η σταθερή αναφορά των Μονέ και Σούμαν, αλλά της Ρεαλπολιτίκ συσχετισμού δυνάμεων.
Με άλλα λόγια η Γαλλία, με δεδομένο τον ευρωπαϊκό φεντεραλιστικό ζήλο της Δυτικής Γερμανίας, προσέβλεπε στον ευρωπαϊκό μινιμαλισμό της Βρετανίας ώστε να προβάλει ως μια ενδιάμεση σύνθεση, εκ των πραγμάτων ηγεμονική.
Αυτή η Ρεαλπολιτίκ δεν είχε αντιστοιχία σε επίπεδο ρητορικής και τα προβλήματα που προέκυπταν από ωμές αντιπαραθέσεις εθνικών στρατηγικών παρουσιάζονταν ως διαμάχη για το ποια Ευρώπη θέλουμε.
Το 1989 μετά την πτώση του Τείχους, την ώρα δηλαδή που η Γερμανία ανακτούσε για πρώτη φορά μετά το 1945 κυριαρχία, η Γαλλία έθεσε ως προϋπόθεση για την αποδοχή της ενοποίησης των δύο γερμανικών κρατών μια επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ανοιχτή σε ομοσπονδιακή μετεξέλιξη, η οποία με τη σειρά της προϋποθέτει εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας.
Μέσα στη μετά Μάαστριχτ γενικευμένη ευρωπαϊκή ευφορία το παράδοξο των προσδοκιών των Ευρωπαίων εταίρων της Γερμανίας δεν αναδείχτηκε. Μέχρι το 1989-91 η Γερμανία ήταν διατεθειμένη να θυσιάσει μια εθνική κυριαρχία που στην πραγματικότητα δεν είχε. Από το Μάαστριχτ και μετά έχει τραβήξει χειρόφρενο στην εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
