Οταν ο Ολλανδός πολιτικός επιστήμονας Κας Μαντ αιτιολογούσε την παγκόσμια άνοδο του λαϊκισμού ως αντιπροσωπευτικό κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο της εποχής, σκόπιμα εστίαζε και στη λεγόμενη «λεπτο-κεντρική» φύση του (Αγγλικά: thin-centered). Ο όρος δεν υφίσταται στην ελληνική γλώσσα, όμως περιγράφει πλήρως το φαινόμενο, καθώς, σύμφωνα με τον Μαντ, ο λαϊκισμός δεν μπορεί να σταθεί ως αυτοδύναμη ιδεολογία. Ο λαϊκισμός είναι πολιτικό στιλ με ασαφή και διφορούμενα χαρακτηριστικά, αλλά λειτουργεί ως «πέπλο» σε πολιτικές και κόμματα, όπως αυτά τοποθετούνται επάνω στο πολιτικό φάσμα.
Φυσικά, κάποιοι διαφωνούν με την προσέγγιση του Μαντ, ενώ σωρεία αναλυτών επιστρατεύει διαφορετικό λεξιλόγιο, εξηγώντας την ύπαρξη του λαϊκισμού ως δείγμα πολιτικής «στρατηγικής». Η μεγάλη διαφορά είναι ότι ο Μαντ δεν στάθηκε τόσο σε ζητήματα ορολογίας αλλά κυρίως στα χαρακτηριστικά του φαινομένου. Το κεντρικό στοιχείο του λαϊκισμού είναι η μανία με τον ανταγωνισμό, που οδηγεί στην κατασκευή δύο ομοιογενών στρατοπέδων: αγνοί άνθρωποι εναντίον διεφθαρμένων ελίτ.
Είναι γεγονός ότι η συγκεκριμένη πλευρά της ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας εμφανίζεται ακόμη και σήμερα διαιρεμένη, αδυνατώντας συχνά να εξασφαλίσει συναίνεση για τη φύση του λαϊκισμού. Η αναστάτωση αυτή μεταδόθηκε κατά την περασμένη δεκαετία και στη διεθνή δημοσιογραφία, που μπερδεύει τέτοιου είδους έννοιες και δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τις διαφορές μεταξύ πολιτικής ιδεολογίας και στιλ. Εάν, λοιπόν, η σύγχυση είναι τόσο έντονη, πώς μπορούν απλοί αναγνώστες να ξεχωρίσουν τι πραγματικά εστί λαϊκισμός; Μπορούν τα ΜΜΕ να διαλευκάνουν το ομιχλώδες τοπίο;
H απάντηση, δυστυχώς, δεν είναι απλή, καθώς το φαινόμενο λαμβάνει σοβαρές διαστάσεις και στην ελληνική δημοσιογραφία, η οποία τείνει κατά βούληση να βαφτίζει πολιτικούς και κόμματα ως λαϊκιστικά -πολλές φορές αδιαφορώντας για την ιδεολογική διάσταση της ύπαρξής τους. Το φαινόμενο εντείνεται σε προεκλογικές περιόδους με την παρουσία αμφιλεγόμενων υποψηφίων και φανερώνει επικίνδυνη και συνάμα βιαστική απλούστευση μεταξύ λέξεων και φράσεων αναφορικά με το ιδεολογικό κομμάτι της συζήτησης.
Ξεχωριστό παράδειγμα των τελευταίων μηνών ήταν η εκλογική μάχη στη Βραζιλία, όπου ελληνικά ΜΜΕ αρκέστηκαν στον όρο «λαϊκιστής» για τον Ζαΐρ Μπολσονάρο. Αντίστοιχη ήταν και η αντίδραση απέναντι στην εκλογή της Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία. Πιο συχνές ήταν οι αναφορές στη λαϊκιστική της ρητορική, παρά στη σκοτεινή δραστηριοποίηση με τη νεολαία του νεοφασιστικού κόμματος (Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα). Το ίδιο φαινόμενο επικράτησε κατά την προεκλογική καμπάνια του Ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπαν, που συχνά χαρακτηρίζεται ως λαϊκιστική φωνή στην ευρωπαϊκή πολιτική, χωρίς να γίνεται λόγος για την απολυταρχική στροφή της Ουγγαρίας.
Αυτό που παρατηρείται πρωτίστως είναι ότι τα άκρα και δη η Δεξιά επωφελούνται από την απλούστευση της ιδεολογικής ανάλυσης. Η συχνή χρήση του όρου έχει περιορίσει τη συζήτηση άλλων ζητημάτων και δίνει έμμεσα συγχωροχάρτι σε πολιτικά πρόσωπα με βεβαρημένο παρελθόν. Εδώ πρέπει να αναφερθεί η σημαντική διαφορά μεταξύ αριστερού και δεξιού λαϊκισμού: αμφότερες οι πλευρές μπορούν να ασπαστούν λαϊκιστικά στοιχεία.
Ομως, σε ιδεολογικό επίπεδο, οι διαφορές είναι τεράστιες και οποιαδήποτε εξομοίωση μεταξύ δεξιού και αριστερού λαϊκισμού, που συχνά συμβαίνει στα εγχώρια ΜΜΕ, είναι από τη φύση της ελαττωματική.
Εντέλει, ο λαϊκισμός προσφέρει εύκολη απλούστευση και ευκαιρία κάθαρσης για πολιτικά πρόσωπα, που επωφελούνται από την αδρανή στάση των ΜΜΕ σε ζητήματα ορολογίας. Στην πράξη, η χρήση του όρου «πετσοκόβει» το ιδεολογικό κομμάτι, αποκλείοντας σημαντικές λεπτομέρειες και δίνοντας ευκαιρίες για πολιτικό restart. Αυτό παρατηρείται με συγκεκριμένα πρόσωπα εκ δεξιών, που συχνά πυκνά αποφεύγουν καίρια ερωτήματα αναφορικά με παρελθοντικές δραστηριότητές τους, εστιάζοντας με μεγάλη ευκολία στο λαϊκιστικό τους προφίλ. Ισως οι «ταμπέλες» θεωρούνται από πολλούς περιττές, όμως σε ζητήματα ιδεολογίας δεν χωράνε εκπτώσεις.
*δρ, Λέκτορας Πολιτικής Οικονομίας, Τμήμα Πολιτικής Οικονομίας, King’s College London
