Για πρώτη φορά κατάλαβε ότι αν θέλεις να κρατήσεις ένα μυστικό πρέπει να το κρύψεις και από τον εαυτό σου.Τζορτζ Οργουελ, «1984». Μέρος 3ο, κεφάλαιο 4
Στο πλαίσιο των πρόσφατων αποκαλύψεων για τις παρακολουθήσεις πολιτικών και δημοσιογράφων, ήρθε στην επιφάνεια ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό στοιχείο: o ιδιαίτερα μεγάλος (και διαρκώς αυξανόμενος) αριθμός αιτημάτων άρσης απορρήτου. Tόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά, o αριθμός αυτός φαίνεται να αποτελεί την κορυφή μόνο του παγόβουνου του φαινομένου της επιτήρησης.
Η επισήμανση αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι οι ψηφιακοί κοριοί δίνουν διαρκώς πληροφορίες και δεν σταματούν ανάλογα με τους εκάστοτε συνομιλητές των «στόχων» της παρακολούθησης. Τα κατασκοπευτικά λογισμικά τελευταίας γενιάς έχουν μάλιστα τη δυνατότητα συλλογής πολλαπλών (και περισσότερο ευαίσθητων) πληροφοριών όχι μόνο για το άτομο που βρίσκεται υπό παρακολούθηση αλλά και για τον ευρύτερο προσωπικό/κοινωνικό/επαγγελματικό του κύκλο, αυξάνοντας γεωμετρικά τον ίδιο τον όγκο των πληροφοριών που συλλέγονται εκουσίως για τρίτα πρόσωπα.
Επιπλέον, ο αδιαφανής χαρακτήρας της διαδικασίας άρσης του προσωπικού απορρήτου, το γεγονός ότι οι αρμόδιες εποπτικές αρχές παραμένουν υποστελεχωμένες, αλλά και η εξελισσόμενη εκχώρηση υπηρεσιών τεχνολογικής παρακολούθησης σε ιδιωτικές εταιρείες ενισχύουν περαιτέρω την αίσθηση ότι ο πραγματικός αριθμός των πολιτών υπό παρακολούθηση είναι αρκετά μεγαλύτερος.
Επομένως, δεδομένου ότι αυτές οι πρακτικές παρακολούθησης αφορούν όλο και περισσότερους, ανακύπτει ευλόγως το ακόλουθο ερώτημα: Πόσο ασφαλής αισθάνεται ο σημερινός πολίτης έχοντας να αντιμετωπίσει όχι μόνο την ακόρεστη δίψα των μεγάλων ψηφιακών πλατφορμών να συλλέξουν προσωπικά δεδομένα κάθε είδους, αλλά και τη διάχυτη ψηφιακή παρακολούθηση από το ίδιο το κράτος;
Αρκεί η εκπαίδευση, όπως πρόσφατα διατυπώθηκε από αρμόδια θεσμικά όργανα για να προστατευτεί από τέτοιου είδους πρακτικές επιτήρησης; Δεν έχει γίνει ακόμα αντιληπτό ότι η τεχνολογική παρακολούθηση εκφεύγει πλέον της ικανότητας του μέσου πολίτη να αποτρέψει τη χρήση τέτοιων «πυρηνικών» όπλων; Ελλείψει των εργαλείων και των δομών εκείνων που θα μπορούσαν να αποτρέψουν την ακατάσχετη εξόρυξη προσωπικών δεδομένων και να διασφαλίσουν τη διατήρηση των σχετικών ψηφιακών αποτυπωμάτων παρακολούθησης για κάθε μελλοντικό έλεγχο, η επίκληση της εκπαίδευσης φαίνεται να αποτελεί μια προσπάθεια μετακύλισης της ευθύνης παρακολούθησης στον ίδιο τον πολίτη.
Και εάν για τη βουλιμική δράση των ψηφιακών πλατφορμών, ο Ευρωπαίος νομοθέτης έχει ήδη κάνει τα πρώτα βήματα χαλιναγώγησης των μονοπωλιακών πρακτικών τους, για την ίδια την κρατική χρήση λογισμικών παρακολούθησης, o πολίτης συνεχίζει να παραμένει έρμαιο αδιαφανών πρακτικών που προσβάλλουν τον ίδιο τον πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων του. Μπορούμε να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στην ευρωπαϊκή μας οικογένεια και στα πολιτικά της αντανακλαστικά για να θωρακίσει τον πολίτη απέναντι στον υπό δημιουργία ψηφιακό Λεβιάθαν. Θα μπορούσε να αναλάβει κανονιστική δράση που θα στοχεύσει στη ρητή απαγόρευση της τοποθέτησης λογισμικού παρακολούθησης σε συσκευές που χρησιμοποιούνται τουλάχιστον από δημοσιογράφους και πολιτικούς, να δημιουργήσει αυστηρούς μηχανισμούς ελέγχου από τεχνολογικά εξοπλισμένες και νομικά ανεξάρτητες αρχές και να καταστήσει υποχρεωτική τη διαφανή προμήθεια λογισμικού με ενσωματωμένα εργαλεία ελέγχου και δικλίδες ασφαλείας.
Οι υπό εξέλιξη έρευνες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (fact-finding missions) και η δικαστική εξέταση των αγωγών που έχουν κατατεθεί στα αμερικανικά δικαστήρια από την Apple και τη Whatsapp ενδεχομένως να ρίξουν φως στο αδιαφανές επιχειρηματικό μοντέλο των εταιρειών δημιουργίας spyware και να φέρουν στην επιφάνεια στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο συνεργάζονται με διάφορες εθνικές κυβερνήσεις.
Στο μεσοδιάστημα όμως και δεδομένου ότι η πολυπλοκότητα της τεχνολογίας είναι τέτοια που την καθιστά πολλές φορές μη ελέγξιμη δικαστικά, το ερώτημα για το πώς μπορεί να προστατευτεί άμεσα και αποτελεσματικά ο πολίτης παραμένει βασανιστικά αναπάντητο. Ελλείψει ισχυρής πολιτικής βούλησης και νομοθετικής εγρήγορσης, η -εν πολλοίς- ανέλεγκτη ψηφιακή επιτήρηση φαίνεται ότι θα συνεχίσει να δημιουργεί φαινόμενα δημοκρατικής αποσύνδεσης και πολιτικής αποστασιοποίησης και να κανονικοποιεί μια νέας μορφής εξουσιαστική κουλτούρα (κατά βάση καταχρηστική) πανοπτικής παρακολούθησης.
* ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ, επίκουρου καθηγητή σε θέματα Τεχνητής Νοημοσύνης και Ψηφιακής Μετάβασης στη Σχολή Διακυβέρνησης του Ελεύθερου Πανεπιστημίου των Βρυξελλών
