Το φάντασμα του φόβου και της ανασφάλειας για τις μελλοντικές κοινωνικοοικονομικές αλλά και γεωπολιτικές εξελίξεις της στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ των δύο γειτονικών και εθνολογικά συγγενών κρατών (Ρωσίας-Ουκρανίας) έχει ήδη αρχίσει να πλανάται πάνω από τους λαούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. H προ πολλού σοβούσα κρίση μεταξύ των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ από το ένα μέρος και της εν τω μεταξύ οικονομικά και στρατιωτικά ενδυναμωμένης ρωσικής Ομοσπονδίας από το άλλο έχει στην προκείμενη περίπτωση προφανώς γεωπολιτικά αίτια, η λεπτομερής ανάλυση των οποίων υπερβαίνει τα όρια αυτής της εργασίας. H οικονομική κατάσταση επιδεινώνεται διαρκώς μετά την έναρξη των εχθροπραξιών και την επιβολή εκ μέρους των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και των ΗΠΑ επαχθών πολιτικοοικονομικών κυρώσεων εναντίον της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία απαντά με αντίποινα στον νευραλγικό για τη Δύση ενεργειακό τομέα. Η εντεινόμενη συνέχιση των εχθροπραξιών έχει μειώσει αισθητά τις προοπτικές ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων και αυξήσει κατακόρυφα τους φόβους για απρόβλεπτες μελλοντικές εξελίξεις της ψυχροπολεμικής αυτής αντιπαράθεσης.
Οι όλο και πιο έντονα αισθητές κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις της πολεμικής σύγκρουσης στους Ευρωπαίους πολίτες οφείλονται στην εκτόξευση των τιμών ενέργειας και του πληθωρισμού (πρόσφατα γύρω στο 9,0%). Η αισθητή, ως εκ τούτου, μείωση της αγοραστικής δύναμης και συνακόλουθα η ανάσχεση της οικονομικής γενικά δραστηριότητας και των δυνατοτήτων απασχόλησης υπολογίζεται ότι κατά την ερχόμενη χειμερινή περίοδο θα προσλάβουν αναπόφευκτα τη γνωστή από τη 10ετία του ’70 μορφή οικονομικής κρίσης του στασιμοπληθωρισμού. Το ενδεχόμενο αυτό σε συνδυασμό με την προβαλλόμενη απειλή πλήρους διακοπής των προμηθειών φυσικού αερίου από τη Ρωσία έχει δημιουργήσει μια ζοφερή κοινωνικοοικονομική προοπτική για το μελλοντικό επίπεδο ευημερίας των ευρωπαϊκών χωρών. Δεδομένου δε του περιορισμένου βαθμού της πολιτικοοικονομικής ολοκλήρωσης της Ε.Ε. και του διαφορετικού ποσοστού εξάρτησης των επιμέρους κρατών-μελών από τις προμήθειες ρωσικού φυσικού αερίου, εμφιλοχωρεί άμεσα το ενδεχόμενο να προταχθεί από τα κράτη-μέλη το στενό εθνικό τους συμφέρον και να προσαρμόσουν αντίστοιχα τον τρόπο πολιτικής τους αντίδρασης απέναντι στη Ρωσία.
Η ελληνική κυβέρνηση αντιμετωπίζει την κατακόρυφη αύξηση των τιμών ενέργειας και ειδών διατροφής με περιορισμένης αποτελεσματικότητας παροχές που εξασφαλίζει προς το παρόν από τις χρηματικές μεταβιβάσεις των ευρωπαϊκών ταμείων, το μαξιλάρι της προηγούμενης κυβέρνησης, τις αναμενόμενες τουριστικές εισπράξεις και τέλος, τα συγκυριακά αυξημένα φορολογικά έσοδα, μέρος των οποίων προέκυψε από τη φορολόγηση της ονομαστικά, λόγω πληθωρισμού, αυξημένης καταναλωτικής δαπάνης σε σύγκριση με τη χρονικά βραδύτερη πραγματική μείωση της καταναλωτικής ζήτησης. Ελπίζοντας δε στη συνέχιση της μέχρι τώρα ευνοϊκής αντιμετώπισης από τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα της αποκλίνουσας από την ισχύουσα εποπτεία και τις πάγιες δεσμεύσεις του Συμφώνου Σταθερότητας δημοσιονομικής της πολιτικής, καλλιεργεί ένα κλίμα υπερβολικής αισιοδοξίας και πολιτικού εφησυχασμού.
Οι κίνδυνοι όμως της έξαψης των πάγιων παθογενειών της ελληνικής οικονομίας, όπως του εμπορικού ελλείμματος και της ανεργίας (ιδίως των νέων), καθώς και των δυσβάστακτων βαρών στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς των οικονομικά περισσότερο ευπαθών νοικοκυριών από τη συνεχιζόμενη ανοδική τάση του τιμαρίθμου είναι ήδη ορατοί. Στα αρνητικά αυτά δεδομένα πρέπει να συνυπολογιστούν οι δυσκολίες δανεισμού λόγω σταδιακής αύξησης των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων (γύρω στο 3,5% το 10ετές), οι αυξημένες τιμές των υποψήφιων υποκατάστατων του ρωσικού φυσικού αερίου, η υποβόσκουσα οικονομική κρίση της Ε.Ε. και η διαφαινόμενη αρνητική στάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απέναντι στον τρόπο διαχείρισης από τη χώρα μας των τελευταίων χρηματικών μεταβιβάσεων από τα ευρωπαϊκά ταμεία. Τέλος, συνεχίζει να απομυζά σεβαστό ποσό των δημόσιων πόρων η οικονομικά δαπανηρή αντιπαράθεση με τη γειτονική Τουρκία.
Εν όψει των κυοφορούμενων, λόγω του πολέμου, γεωπολιτικών και πολιτικοοικονομικών μεταβολών τόσο στον ευρωπαϊκό χώρο όσο και διεθνώς, προβλέπεται ότι θα προκύψουν εκ των πραγμάτων σημαντικές αναδιατάξεις στα συστήματα διακρατικών και διατομεακών οικονομικών ροών που θα αναγκάσουν πολλές χώρες να αναπροσαρμόσουν τα ισχύοντα μέχρι τώρα παραγωγικά τους πρότυπα. Για την Ελλάδα προβάλλει αδήριτη ανάγκη ριζικής ανασυγκρότησης του τεχνικά παρωχημένου και ανταγωνιστικά αναποτελεσματικού συστήματος της εθνικής της παραγωγής. Η επιμήκυνση της παραγωγικής διαδικασίας και η διεύρυνση της παραγόμενης προστιθέμενης αξίας, μέσω π.χ. ολοκληρωμένων συμπλεγμάτων παραγωγής, επιβάλλεται να αποτελέσει αντικείμενο εθνικού προβληματισμού.
Η εξάρτηση από τις χρηματικές μεταβιβάσεις των ευρωπαϊκών ταμείων, η εξύμνηση της προσφοράς καταναλωτικών υπηρεσιών στους αλλοδαπούς τουρίστες σε συνδυασμό με τις νεοφιλελεύθερες πρακτικές και την έλλειψη εθνικού αναπτυξιακού προγράμματος οδήγησαν τελικά στην υπερχρέωση του ελληνικού κράτους και τη φτωχοποίηση της πλειονότητας των Ελλήνων πολιτών, στον εκπατρισμό χιλιάδων νέων επιστημόνων και στην περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεων της οικονομικής και έμμεσα και της πολιτικής εξάρτησης της χώρας. Αποτελεί, ως εκ τούτου, μοναδική ευκαιρία αλλά και επιτακτική υποχρέωση των πολιτικών κομμάτων να παρουσιάσουν στην προσεχή προεκλογική περίοδο τις θεωρητικά θεμελιωμένες και πρακτικά επεξεργασμένες προτάσεις τους για το μελλοντικό παραγωγικό πρότυπο της χώρας.
*ομότιμος καθηγητής Παν/μίου Πατρών
