Ορίζω, περιχαρακώνω τον μικρό παράδεισό μου, σε τούτη την εξοχή στην άκρη της γης και της θάλασσας. Δύο πολυθρόνες, μια πάνινη για να κάθομαι και μια πλαστική για να απλώνω τα πόδια μου. Τις κουνώ αριστερά δεξιά. Ετσι ώστε να βυθιστούν λίγο τα πόδια τους στην άμμο και να οριζοντιοποιηθούν. Δύο ξεραμένα κουτούκια βελανιδιάς αποτελούν τα τραπεζάκια. Στο ένα βάζω τον πρωινό καφέ, σε μεγάλο κουπάκι, ψωμί και κατσικίσιο τυρί – αυτό που μυρίζει, καταπώς λένε κάποιοι, φρέσκα πρωινά σύκα και σταφύλια.
Στο άλλο την τροφή του πνεύματος, βιβλία, εφημερίδα (δύσκολα την προμηθεύομαι εδώ), χαρτιά, γραμμένα κι άγραφα. Πάνω τους λίτρες της θάλασσας τα προστατεύουν από ξαφνικό φύσημα του αγέρα. Ενα γυάλινο βάζο μετατράπηκε σε ανθογυάλι, μέσα του μερικά ανθισμένα κλαράκια λυγαριάς και πικροδάφνης. Τρίβω τα λογχοειδή φυλλαράκια της λυγαριάς, μυρίζω ό,τι έμεινε στα δάχτυλά μου, οσφραίνομαι ένα άγνωστο άρωμα, που δεν χωρά -εγκλωβίζεται- σε μπουκαλάκια αρωματοποιίας και παρασκευές μυροπωλών.
«Καλό μήνα», ακούω να λέει μια φωνή. Γυρίζω και κοιτώ την κυρα-Νίτσα· αντεύχομαι. Για δεκαετίες κάθε καλοκαίρι, από τότε που ήταν νεαρό κορίτσι ώς τα σήμερα στα βαθιά γεράματα, ξεκαλοκαιριάζει στο μικρό σπιτάκι δίπλα στη θάλασσα. Μια απλή, αυτοσχέδια κατασκευή που χωρά τα λιγοστά χρειαζούμενα του καλοκαιριού. Μπροστά, πάνω στο ανακατωμένο χώμα με την άμμο, τα λουλουδικά της. Βασιλικά, κατιφέδες, τσιγγάνες, νυχτολούλουδα, αναρριχώμενα χωνάκια.
Παρακεί μερικά κρινάκια του γιαλού, προστατευμένα με καλάμια. Μόλις τελειώσει με τη λάτρα, τη φροντίδα, του σπιτιού, ασχολείται με τα λουλούδια· πότισμα, υποστήριξη κάποιου που γέρνει, αφαίρεση των ξεραμένων βλαστών. Αν δεν περάσει κάποιος ψαράς για να της αφήσει ψάρια, πηγαίνει ώς τον μόλο που δένουν οι βάρκες και προμηθεύεται τα ψάρια της ημέρας. Μερικές φορές μαγειρεύει αυτά που έχει πιάσει ο κύρτος που έχει μόνιμα ριγμένο στη θάλασσα μπροστά στο σπιτάκι της. Συνεχίζει τη μέρα, παρέα με περαστικούς, τους λιγοστούς επισκέπτες. Τότε αρχίζει τις αφηγήσεις, τις εκμυστηρεύσεις, αυτά που οι γραμματιζούμενοι λένε προφορική Ιστορία.
«Τα βλέπεις όλα τούτα; Τα σπέρναμε σιτάρια και κριθάρια, τι να σου δώσουν όμως, φτωχά χώματα». Πραγματικά κοιτάς κατά κει που σου δείχνει· η μικρή επικλινής έκταση γης είναι γεμάτη αγκάθια και αστοιβές αλλά και με σωρούς πέτρες. Ομως τότε, στα δύσκολα χρόνια, κάθε έκταση γης, από χαμηλά τη θάλασσα ώς τα κορφοβούνια, σπερνόταν. Επρεπε κάτι να θερίσουν, για να ’χει να φάει η φαμίλια τον χειμώνα.
Εμείς κινάμε για μπάνιο, η κυρα-Νίτσα πάει να «κλέψει λίγο νύπνο». Τι όμορφη φράση!
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
