Οσοι ασχολούνται με τη μελέτη των πολιτικών θεσμών γνωρίζουν ότι η σειρά με την οποία συμβαίνουν ορισμένες πολιτικές διαδικασίες επηρεάζει το αποτέλεσμά τους. Αλλιώς ειπωμένο, άλλαξε τη σειρά αν θέλεις άλλα πολιτικά αποτελέσματα. Η κυβερνώσα πλειοψηφία το γνωρίζει κι αυτό αποτυπώθηκε σε μια σημαντική πρόσφατη πολιτική απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής των Ελλήνων.
Το όργανο αυτό ελέγχεται από τη σημερινή συντηρητική πλειοψηφία. Αυτή αποφάσισε ότι η συζήτηση του μείζονος, πολιτειακού χαρακτήρα, θέματος των, κατά τον συντηρητικό πρωθυπουργό της χώρας, «νόμιμων» αλλά πολιτικά απαράδεκτων «επισυνδέσεων» πρέπει να γίνει πρώτα σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών κι έπειτα να ακολουθήσει (!) η ουσιαστικότερη –για όσους πιστεύουν στη λογοδοσία ως βασικό στοιχείο του κοινοβουλευτισμού– φάση, που είναι η «ανάκριση» των παραιτηθέντων, του γενικού γραμματέα στον πρωθυπουργό και του προηγούμενου επικεφαλής της ΕΥΠ, δηλαδή δύο άμεσων συνεργατών του πρωθυπουργού, από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή. Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτή την απόφαση;
Πρώτον, βασικός στόχος της κυβερνώσας πλειοψηφίας ήταν και παραμένει ο περιορισμός της ενδελεχούς ανάλυσης των πράξεων της κυβέρνησης, και ιδιαίτερα των δύο αναγκασθέντων σε παραίτηση αξιωματούχων της. Αυτή η ενδελεχής ανάλυση θα μπορούσε να γίνει πολύ καλύτερα αν η ορθή πρόταση της αντιπολίτευσης γινόταν δεκτή από την πλειοψηφία. Δηλαδή θα έπρεπε πρώτα να παρουσιαστούν οι εν λόγω αξιωματούχοι στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, να απαντήσουν στα βασικά ερωτήματα (αν και οι σιωπές πολλές φορές είναι εξίσου διαφωτιστικές) και μετά να ακολουθήσει η συζήτηση του μείζονος θέματος στο επίπεδο πολιτικών αρχηγών.
Αυτή είναι η ορθή σειρά που θα ακολουθούσε οποιοσδήποτε θέλει –αντίθετα με τη σημερινή πλειοψηφία– να χυθεί άπλετο φως στο πολιτειακού χαρακτήρα θέμα των «επισυνδέσεων» που δεν περιορίζεται στην περίπτωση Ανδρουλάκη αλλά αφορά και δημοσιογράφους. Ακολουθώντας αυτή τη σειρά, οι βουλευτές –που, σημειώνεται, οφείλουν πίστη πρώτα και πάνω από όλα στο Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους και όχι στο κόμμα τους– αλλά και η κοινή γνώμη θα μπορούσαν στη συνέχεια να παρακολουθήσουν και να αξιολογήσουν τη συζήτηση σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών αλλά στη βάση στοιχείων που θα προέκυπταν από τις μαρτυρίες ή και τις σιωπές των πρωταγωνιστών.
Η επιλογή της πλειοψηφίας να γίνει πρώτα η συζήτηση σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών κι έπειτα να ξεκινήσει τις ουσιαστικές εργασίες της η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή δείχνει αγωνία να περιοριστεί, όσο αυτό είναι δυνατό, η συζήτηση –τουλάχιστον μεταξύ πολιτικών αρχηγών– στη βάση στοιχείων και να διεξαχθεί κυρίως στη βάση ισχυρισμών και συνθημάτων και μόνο. Η απουσία στοιχείων που θα προέκυπταν από τη λογοδοσία των εν λόγω τέως αξιωματούχων σημαίνει ότι η συζήτηση σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών έγινε όχι για να συζητηθεί ενδελεχώς το θέμα αλλά για να στοιχηθεί η εκκωφαντικά σιωπηλή Κοινοβουλευτική Ομάδα της Ν.Δ. πίσω από τον σε δεινή θέση ευρισκόμενο πρωθυπουργό.
Δεύτερον, αυτή η απόφαση της κυβερνώσας πλειοψηφίας είναι απόλυτα συνεπής με ένα από τα βασικότερα στοιχεία τόσο του ελληνικού κοινοβουλευτισμού όσο και του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Αυτό είναι η δυσανεξία στη διεξαγωγή δημόσιου και κοινοβουλευτικού διαλόγου στη βάση τεκμηρίων. Αντ’ αυτού προτιμώνται οι «μονομαχίες» στη βάση συνθημάτων, εικόνων και προσωπικοτήτων όπου στοιχεία και πραγματικά δεδομένα περιττεύουν ή πάντως δεν παίζουν τον κύριο ρόλο.
Για παράδειγμα, η κουλτούρα του προφορικού λόγου που –όπως σωστά επισημαίνει ο συνάδελφος καθηγητής Αργύρης Πασσάς– κυριαρχεί στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, μετουσιώνεται στη χρήση των πρακτικών συνεδριάσεων κοινοβουλευτικών οργάνων (δηλαδή το ποιος είπε τι) ως το εν Ελλάδι φθηνό υποκατάστατο των εκθέσεων που συντάσσουν οι κοινοβουλευτικές επιτροπές των αναπτυγμένων δημοκρατιών με βλέμμα και στην κοινωνία κι όχι μόνο στους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ κομμάτων. Σε τέτοιες εκθέσεις βρίσκει κανείς όχι μόνο κριτική στα πεπραγμένα της κυβέρνησης αλλά και προτάσεις πολιτικής στη βάση ανοιχτών ακροάσεων στις οποίες καλούνται πανεπιστημιακοί και άλλοι ειδικοί ακριβώς για να διαφωτίσουν την κοινή γνώμη αλλά και αυτούς που ασκούν την εκτελεστική εξουσία.
Το τελευταίο συμπέρασμα από αυτή τη βασική επιλογή της πλειοψηφίας είναι και το πλέον ανησυχητικό. Οι ώς τώρα χειρισμοί της δείχνουν να εμφορείται περισσότερο από την έγνοια του περιορισμού του πολιτικού κόστους που θα έχει για αυτήν το εν λόγω μείζον θέμα και πολύ λιγότερο της σε βάθος ανάλυσης των αιτιών του και της επιλογής της βέλτιστης λύσης που οφείλει να υπακούει στην αρχή της διαφάνειας και της κοινοβουλευτικής λογοδοσίας.
Η επαγρύπνηση επιβάλλεται αφού η σημερινή πλειοψηφία α) ελέγχει το σύνολο των θεσμικών οργάνων από τα οποία θα μπορούσε να προέλθει η απαιτούμενη λογοδοσία και λύση του εν λόγω πολιτειακού θέματος (πεδίο δόξης λαμπρό για τους μεταρρυθμιστές εντός κι εκτός του πολιτικού συστήματος) και β) έχει δείξει ότι δεν έχει, ώς τώρα, την απαιτούμενη ανεξαρτησία του πνεύματος που θα της επέτρεπε να βάλει το συμφέρον του τόπου πάνω από την πολιτική επιβίωσή της.
*Εδρα Jean Monnet για την Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, Κολέγιο Birkbeck, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου
