Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Περασμένα μεσάνυχτα. Στον μικρό όρμο, το Καλό Λιμάνι, όλα ησυχάζουν. Μετά τον καύσο της μέρας το σούρουπο έφερε δροσιά. Ο μπάτης, το ελαφρύ αεράκι, μόλις που σχηματίζει κυματισμό. Η θάλασσα έρχεται και σκάει στην άμμο της ακροθαλασσιάς. Μόλις που ακούγεται ο παφλασμός της. Οση ζέστη και να ’χει τη μέρα μετά τη δύση του ήλιου βρίσκεσαι σ’ έναν, καλύτερα αρχίζει ένας άλλος κόσμος. Πήρε να φυσάει, τα κύματα σκάνε πάνω στις βάρκες. Καθώς περνά η ώρα νιώθεις ότι η καθεμιά βγάζει τον δικό της, ξεχωριστό ήχο. Λειτουργούν σαν αυτοσχέδια, θαλάσσια μουσικά όργανα· κρουστά και πνευστά μαζί, σε συνεργασία με τη θάλασσα και τ’ αεράκι. Οι ήχοι της φύσης δημιουργούν μια ξεχωριστή μουσική συμφωνία· αυτό μπορεί να το βεβαιώσουν και οι μουσικοί.

Λαγοκοιμάμαι πάνω στην πολυθρόνα, λίγα μέτρα απ’ την άκρη της θάλασσας, σ’ έναν μικρό επίγειο παράδεισο. Ανοίγω τα μάτια και κοιτώ τον ολοφώτιστο Μόλυβο. Τρεμοπαίζουν τα φώτα των σπιτιών και του δημόσιου φωτισμού. Την κορυφή του χωριού στεφανώνει το γενοβέζικο κάστρο με τον δικό του φωτισμό. Παραέξω απ’ τον οικισμό, καθώς απομακρύνεται η ματιά, λιγοστεύουν τα φώτα· απλώνονται σαν την άκρη ενός φωτισμένου παραγαδιού. Απ’ την άλλη άκρη, στ’ αριστερά, μεσολαβεί το μαύρο της θάλασσας και της νύχτας. Πίσω αχνοφέγγουν τα λιγοστά φώτα της μικρασιατικής γης. Αραγες, πώς μας βλέπουν τούτη την ώρα όσοι ξαγρυπνούν, τι σκέφτονται κοιτάζοντας προς τα δω, στην απέναντι ακτή των γειτόνων τους.

Σηκώνω τη ματιά μου ψηλά στον ουρανό. Αμέτρητα αστέρια, γαλαξίες, νεφελώματα. Κάθε τόσο ένα αεροπλάνο διασχίζει τον ουράνιο ορίζοντα. Οι επιβάτες του είναι περισσότεροι από εμάς, που βρισκόμαστε σε τούτο τον παραθαλάσσιο οικισμό. Είμαστε δύο φωτεινές κουκκίδες, στη γης και στον ουρανό. Δύο προβολείς διασταυρώνουν τις δέσμες τους, καθώς κινούνται αριστερά δεξιά σαν τροχιοδεικτικά. Ξεκινούν από ένα κέντρο διασκέδασης, δήθεν συμβάλλοντας στο κέφι, και προσπαθούν να φτάσουν στο άπειρο. Καθώς περνά η ώρα λιγοστεύουν τα φώτα κι αυξάνει η φωτεινότητα των αστεριών. Τούτα φεγγοβολούν όσο διαρκεί η νύχτα, καταπώς συμβαίνει από «γενέσεως κόσμου».

Σηκώνομαι, περπατώ πάνω στην ξύλινη προβλήτα όπου δένουν οι βάρκες. Φτάνω ώς τα μισά της. Τα γυμνά πόδια μου βρέχονται. Η πλημμυρίδα φούσκωσε τη θάλασσα κι ανέβασε το νερό. Σταματώ την παρατήρηση και τις σκέψεις, πάω για ύπνο. Σίγουρα θα χρειαστείτε σεντόνι, μας είπαν οι φίλοι που μας φιλοξενούν στο τροχόσπιτό τους. Απ’ το μικρό παράθυρο κοιτώ δυο τρία αστέρια που παίζουν κρυφτό με τα κληματόφυλλα. Καληνύχτα, λέμε ο ένας στον άλλο.

* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας