Πολίτης δ’ απλώς ουδενὶ των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής.
Αριστοτέλης, Πολιτικά, Γ΄, 1276, 24-25.
«Το κατ’ εξοχήν γνώρισμα του πολίτη είναι ότι μπορεί να γίνεται δικαστής και άρχων». Εν τούτοις, η παραπάνω ιδιότητα του πολίτη είναι ξένη στη σημερινή αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Και στην καταγεγραμμένη πολιτική ιστορία είχε ελάχιστους υποστηρικτές. Να το πούμε κι αυτό, στην «Ουτοπία» του Τόμας Μορ ή λ.χ. στην «Πολιτεία του ήλιου» του Καμπανέλα, δεν θα μπορούσε να ζήσει ούτε πέντε λεπτά ένας κανονικός άνθρωπος, π.χ. ένας τυπικός millennial ή ακόμα ένας μεταπολιτευτικός baby boomer. Επειδή όμως, λόγω της αρχαιολατρίας, δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει λαϊκιστή τον Αριστοτέλη, το λιγότερο που θα είχε να κάνει, αν τον ενδιέφερε πράγματι να ισιώσει/εκσυγχρονίσει τη χώρα, θα ήταν να αρχίσει να ανιχνεύει τις προϋποθέσεις επανεμφάνισης του homo politicus – δηλαδή του τύπου ανθρώπου που δεν θα είναι ευπειθής υπήκοος του κράτους και καταναλωτής των μίντια. Αλλά αυτό μοιάζει με άσκηση που δεν γεμίζει κανένα ταμείο, κι έτσι, δεν ενδιαφέρει κανέναν.
Ομως εάν κάποιοι επιμένουν να αντιλαμβάνονται την πολιτική μόνο ως αισθητικό φαινόμενο (βεβαίως, είναι και τέτοιο), ας δουν τα αποτελέσματα όχι μόνο των συμβολικών φορτίων -διόλου αμελητέων- της Μεταπολίτευσης, όπως γιορτάζεται κάθε χρόνο στο Προεδρικό Μέγαρο στις 24 Ιουλίου. Ας κάνουν τον κόπο να δουν την αθροιστική, υλική αποτίμηση των πολλαπλών μεταβάσεων της ελληνικής κοινωνίας. Ολα σήμερα αποτυπώνονται σε δείκτες, όπως της ΕΛΣΤΑΤ για την αύξηση της ανισότητας, της απογραφής του φθίνοντος πληθυσμού, της διαφθοράς, του περιβάλλοντος, του πληθωρισμού, της ελευθερίας του Τύπου, του κράτους δικαίου, του βαθμού ικανοποίησης των πολιτών και των δασών που καίγονται.
Αυτό που έγινε φέτος στη γιορτή για την Γ’ Ελληνική Δημοκρατία ήταν μια εξόφθαλμη αντιστροφή της αιτιότητας. Ο λαϊκισμός δεν ριζώνει από το πουθενά στις αντιφάσεις και τις ανισότητες, για να φθείρει τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ο φιλελευθερισμός είναι αυτός που παράγει τις αντιφάσεις και ανισότητες που φουντώνουν τον λαϊκισμό. Αυτό είναι ξεκάθαρο, εδώ και καιρό, ακόμα στο ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα, τον ΟΟΣΑ και, σχεδόν, στην Ε.Ε. Και η διάκριση των εξουσιών υπονομεύεται από την περιστρεφόμενη πόρτα μέσω της οποίας εναλλάσσονται τα πρόσωπα μεταξύ της νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας – ένα διαχρονικό φαινόμενο που δεν το βλέπουν όσοι τη χρησιμοποιούν. Οσο δε για τα θεσμικά αντίβαρα, αυτά όντως υποτάσσονται στις πλειοψηφίες και στους εφήμερους συσχετισμούς. Τέλος, προφανώς «η δικαιοσύνη δεν απονέμεται με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αλλά σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους». Ομως κανείς στο πρώτο έτος της Νομικής δεν θα ισχυριστεί ότι η δικαιοσύνη είναι τελείως ξένη από το κοινό περί δικαίου αίσθημα.
Ολα τα παραπάνω, ως άρνηση της πραγματικότητας, ως αντίληψη για το κράτος-λάφυρο και ως ακολουθία υπεραισιόδοξων υποθέσεων μίμησης της δράσης των αναπτυγμένων χωρών, ταίριαξαν γάντι με τη θεωρία του εκσυγχρονισμού ο οποίος χώρεσε και τον αναγκαίο εξευρωπαϊσμό. Αλλά δεν ταίριαξαν με τις ανάγκες της χώρας και των πολιτών. Ο ελληνικός εκσυγχρονισμός είχε υλικά οπισθοδρόμησης τα οποία έρχονταν από την προνεωτερικότητα, τη θεϊκή ελληνορθόδοξη αρμονία και τον βαθύ κοτσαμπασισμό που εκβράζεται ως σύγχρονη κομματοκρατία. Και η εκπλήρωση των όρων της συναίνεσης της Ουάσινγκτον έγινε προαπαιτούμενο, με την ενέργεια σε ιδιώτες, το νερό στο υπερταμείο, τα χαμηλά περιβαλλοντικά πρότυπα, την απορρύθμιση της εργασίας, την ασυδοσία των επενδυτών και τον φονταμενταλισμό της αγοράς.
Η άκρατη καταγγελία του «λαϊκισμού» και η επίκλησή του για πάσα εθνική νόσο και μαλακία δεν απαντά σε κανένα τρέχον θέμα. Ούτε ισχυροποιεί τη Δημοκρατία. «Αν μια λέξη δεν χρησιμεύει κάπου, να τη σβήσετε», είχε πει ο Τζορτζ Οργουελ. Αλλά, βλέπετε, οι μαέστροι της ετικέτας, του προσωρινού και της επίκλησης της εθνικής ανάγκης δεν διστάζουν να ρευστοποιήσουν τους «-ισμούς» (π.χ. λαϊκισμός, εκτσογλανισμός κ.λπ.) όταν η τροπικότητά τους δεν δίνει την παραμικρή ιδέα για τη μελλοντική εικόνα της κοινωνίας που, καθώς βιώνει απανωτές κρίσεις, φαντασιώνεται καλύτερες μέρες με προφάσεις μεταρρυθμίσεων και ξερή αντι-δημοκρατία που μικραίνουν τη χώρα.
Ετσι από τα μοντέλα της δημοκρατίας ξεπέσαμε στους μοντέλους και στις μοντέλες της δημοκρατίας. Παρ’ όλα αυτά, η Δημοκρατία μεγάλωσε. Εδραιώθηκε. Εγινε ετών 48. Μια κοινή περιπέτεια όλων μας. Ομως, το απεριόριστο παραλήρημα -και η διαρκής αυτογελοιοποίηση- των φυλάκων του πρωτοκόλλου (των code warriors) για το Προεδρικό Μέγαρο, από την περασμένη Δευτέρα φέτος, την προίκισε… με σαγιονάρες. Εδώ μάλιστα, έφταιγε ο διευθυντής της «Εφημερίδας των Συντακτών», ο Νικόλας Βουλέλης, ο οποίος πράγματι έδειξε το κουσούρι του. Οφειλε να φοράει… σαγιονάρες στο Προεδρικό.
