Ο Εμανουέλ Μακρόν είναι ακροκεντρώος και δεν το κρύβει. Σε αντίθεση με όσους αρνούνται ακόμα και την ύπαρξη αυτής της πολιτικής-ιδεολογικής ταυτότητας, όπως άλλωστε και την ύπαρξη του νεοφιλελευθερισμού. Αναζητώντας στήριξη στην εκστρατεία για την ανανέωση της προεδρικής του θητείας, ο Μακρόν σήκωσε το λάβαρο της δημοκρατικής πανστρατιάς, προκειμένου να ανακοπεί το επελαύνον φόβητρο της Ακροδεξιάς. Το πέτυχε, σε μεγάλο βαθμό, διότι ήταν η γαλλική Αριστερά που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα με το σύνθημα «ούτε μία ψήφος στη Λεπέν».
Εχοντας εξασφαλίσει την παραμονή του στον προεδρικό θώκο, ο Μακρόν δεν δίστασε να επιστρέψει στην παλιά καλή θεωρία των δύο άκρων, ταυτίζοντας την ακροδεξιά Εθνική Συσπείρωση με τη μεγάλη αριστερή συμμαχία της Νέας Λαϊκής Ενωσης, στο πλαίσιο της απειλής του «λαϊκισμού» για τη γαλλική δημοκρατία, τους θεσμούς και τις φιλελεύθερες αξίες της. Ο στόχος εδώ δεν ήταν η Ακροδεξιά, αλλά η Αριστερά και η απειλή της τελευταίας για την πολιτική παντοδυναμία του Μακρόν.
Το κόμμα του Μακρόν αρνήθηκε να πάρει ανοιχτά θέση σε όσες μονοεδρικές μονομαχούσαν υποψήφιοι της Αριστεράς και της Ακροδεξιάς. Αυτή τη φορά, όμως, οι Γάλλοι ακροκεντρώοι απέτυχαν: ο Μακρόν έχασε την αυτοδυναμία στην Εθνοσυνέλευση, η Αριστερά αναδείχθηκε και εδραιώθηκε ως η μόνη ελπιδοφόρα εναλλακτική πολιτική πρόταση στη γαλλική πολιτική σκηνή. Ωστόσο, όχι χωρίς να υποστεί ζημιά η γαλλική δημοκρατία, με αποκλειστική ευθύνη του ίδιου Ακραίου Κέντρου που τάχα κοπτόταν για την προστασία της: η Ακροδεξιά ενισχύθηκε σημαντικά σε έδρες και κοινοβουλευτική παρουσία. Και πριν αλέκτορα φωνήσαι, ο πολιτικός οπορτουνισμός -εκ των κλασικών χαρακτηριστικών του Ακραίου Κέντρου- το οδήγησε σε αναζήτηση μιας κάποιας «συνεννόησης» με την Ακροδεξιά σε κοινοβουλευτικό επίπεδο.
Επιστροφή στα ελληνικά πολιτικά πράγματα, όπου τα πάντα, ακόμα και το Ακραίο Κέντρο, έχουν μια χαρακτηριστικά ντόπια πινελιά. Διότι στα καθ’ ημάς το Ακραίο Κέντρο έχει μεν πολλούς εκφραστές, ενσαρκώνεται όμως κατ’ εξοχήν στη μορφή του τωρινού πρωθυπουργού και στο πολιτικό-επιχειρηματικό και μιντιακό περιβάλλον που απαρτίζει την πρωθυπουργική αυλή. Το οποίο περιβάλλον έχει σπαταλήσει σημαντικό πολιτικό (και όχι μόνο) κεφάλαιο, ώστε η συγκεκριμένη πρωθυπουργική μορφή να φιλοτεχνηθεί κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Γάλλου προέδρου.
Το αποτέλεσμα, φυσικά, είναι μια καρικατούρα, αλλά σε καμία περίπτωση ακίνδυνη. Αντιθέτως, δεδομένων των εγγενών παθογενειών του ελληνικού πολιτικού συστήματος, από τις οποίες το γαλλικό (παρά τη δική του προϊούσα παρακμή) δεν πάσχει, το ότι ο εν λόγω Ελληνας πρωθυπουργός είναι ένα κακέκτυπο του Μακρόν τον καθιστά περισσότερο επικίνδυνο, πολιτικά μιλώντας. Η αξιοθρήνητη κατάσταση της χώρας στους δείκτες του κράτους δικαίου και της ελευθερίας του Τύπου μαρτυρά του λόγου το αληθές.
Το Ακραίο Κέντρο είναι ένα παρακλάδι της Δεξιάς που δεν θέλει να το παραδεχθεί. Μάλιστα, δεν έχει κάποιο ηθικό ή πολιτικό πρόβλημα να υιοθετήσει τη ρητορική και τις πρακτικές της σκληρής Δεξιάς απέναντι στον κοινό εχθρό που δεν είναι άλλος από την Αριστερά, τη διεκδίκηση μιας καλύτερης ζωής από τον λαό (μια λέξη που για κάθε ακροκεντρώο που σέβεται τον εαυτό του είναι περίπου βρισιά), οποιαδήποτε μαζική έκφραση του δημοκρατικού πλήθους (βλέπε περίπτωση δημοψηφίσματος 2015) και την αμφισβήτηση των προνομίων της οικονομικής ολιγαρχίας.
Και κάπως έτσι βλέπει κανείς στελέχη μιας ελληνικής κυβέρνησης με ακροκεντρώο πρωθυπουργό και ξεκάθαρα νεοφιλελεύθερο ιδεολογικό πρόσημο να αναμασούν από το βήμα της Βουλής με χαρακτηριστική ευκολία όλα τα ψευδοεπιχειρήματα για το Πολυτεχνείο, την Κυπριακή Καταστροφή και τη Μεταπολίτευση που συνήθως απαντά κανείς σε κύκλους τύπου «Εγώ δεν είμαι χουντικός, αλλά…». Αλλωστε, έχουμε δει στο παρελθόν ανάλογες απόπειρες. Στο κάτω-κάτω της γραφής, τι τον νοιάζει τον σύγχρονο νέο ποιος ήταν ο Λαμπράκης, εάν η Αποστασία και τα Ιουλιανά άνοιξαν τον δρόμο στη χούντα και πόσο έτοιμοι ήταν κάποιοι εκπρόσωποι του αστικού πολιτικού κόσμου της χώρας να συμβιβαστούν με την απόπειρα «φιλελευθεροποίησης» του καθεστώτος των συνταγματαρχών, την οποία ακριβώς ήταν το Πολυτεχνείο που τσάκισε; Τι σχέση έχουν αυτά με το «υποδειγματικό κράτος δικαίου», στο οποίο ζουν οι κάτοικοι αυτής της χώρας στις μέρες μας;
Δεδομένου ότι τα ανωτέρω στελέχη ενίοτε φέρουν τα χαρακτηριστικά ενός Αρίστου, για παράδειγμα ζηλευτές ακαδημαϊκές περγαμηνές, ενώ η εν λόγω κυβέρνηση έχει επιδοθεί σε ένα προοδευτικό φτιασίδωμα, όπου αυτό κρίνεται επικοινωνιακά χρήσιμο, τέτοια φαινόμενα -όπως και η παρουσία πατενταρισμένων ακροδεξιών στα κορυφαία κλιμάκιά της- φαίνονται αλλόκοτα. Στην πραγματικότητα, δεν είναι. Η θεωρία των δύο άκρων, στο μέτρο που εξισώνει τον κομμουνισμό με τον ναζισμό και την Αριστερά με την Ακροδεξιά, είναι μια ανιστόρητη απόπειρα ιστορικού αναθεωρητισμού με κακόβουλη πολιτική στόχευση. Ωστόσο, αν στη θέση της Αριστεράς τοποθετήσει κανείς το Ακραίο Κέντρο ίσως δεν απέχει πολύ από την αλήθεια.
* δικηγόρος, διδάκτορας Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών
