Η πλούσια μεταπολεμική Γερμανία είχε πάντα σχεδόν κι ένα δείκτη φτώχειας που περιελάμβανε στοιχεία κυρίως από χαμηλά στρώματα ώς κι από το λεγόμενο «κοινωνικό περιθώριο». Τα κοινωνικά επιδόματα είχαν καθιερωθεί ακριβώς για κάλυψη βασικών αναγκών αυτών των απόρων ανθρώπων, το ποσοστό των οποίων καταγραφόταν σταθερά σε χαμηλούς μονοψήφιους αριθμούς. Η ακρίβεια που καλπάζει σήμερα στη χώρα προκάλεσε όμως απότομη διεύρυνση του ποσοστού φτώχειας, μια κατάσταση που εκτιμάται βάσει των στερήσεων που υφίστανται ήδη κάποια εκατομμύρια γερμανικών νοικοκυριών. Τα μισά από αυτά βρίσκονται στις ανατολικές περιοχές της Γερμανίας. Ιδιαίτερα πλήττονται βεβαίως οι συνταξιούχοι ενώ για πρώτη φορά υπάρχει και αύξηση της ανεργίας. Στα τέλη Ιουνίου είχε ανέλθει στο 5,3% από το 5% που κυμαινόταν στη χώρα τον περασμένο Μάιο.
Στη Γερμανία παρατηρείται σήμερα μια γενική εικόνα στερήσεων, καθώς δυσκολεύονται να τα «φέρουν βόλτα» και πολλοί από εκείνους κι εκείνες που έχουν εισοδήματα άνω του μέσου όρου (γύρω στα 1.100 ευρώ μηνιαίως). Εξ αυτού γίνεται λόγος για μια «πρωτοφανή κατάσταση», την οποία κάποιοι συγκρίνουν με εκείνη των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων στην ακόμα μη διαιρεμένη τότε Γερμανία.
Με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τις διάφορες κυρώσεις που ακολούθησαν σε βάρος της Ρωσίας, υψώθηκαν κατακόρυφα οι ενεργειακές τιμές προκαλώντας σοβαρές αυξήσεις σε πολλά είδη βασικών αναγκών. Με τούτο ανήλθε κάθετα ο δείκτης του πληθωρισμού και επήλθαν σοβαρές στερήσεις σε μεγάλο αριθμό νοικοκυριών στη Γερμανία. Για παράδειγμα, αρκετοί είναι αυτοί που περιορίζουν τον χρόνο στο μπάνιο (!) ενώ πολλοί δεν μετακινούν τα οχήματά τους. Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία έχει επιδεινωθεί η οικονομική κατάσταση στα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, ενώ η φτώχεια εμφανίζεται πλέον και σε μικρομεσαία νοικοκυριά. Ορισμένοι υπολογίζουν μέχρι και στο 30% το ποσοστό φτώχειας, από 16% που ήταν ο δείκτης το 2019 στην ακόμα πλούσια Γερμανία.
Εν όψει ενός τέτοιου εφιαλτικού μέλλοντος, ο υπουργός Οικονομίας και Προστασίας του Κλίματος Ρόμπερτ Χάμπεκ, των Πρασίνων, τόνισε πως αυτό που βιώνουμε σήμερα στην Ευρώπη είναι πιο σημαντικό από την πετρελαϊκή κρίση του 1973 και θα πηγαίνει ακόμα πιο βαθιά. Η διακοπή φυσικού αερίου, είπε, θα έπληττε την οικονομία μας σφοδρότερα και εκτενέστερα. «Και δεν μιλάμε μόνο για μέρες ή εβδομάδες, τόνισε ο ίδιος, «αλλά για πολύ καιρό», κάνοντας λόγο για «σχέδιο του Πούτιν, με στόχο να διαλύσει τη χώρα μας».
Κι αυτά όλα συμβαίνουν, όταν τα ενεργειακά αποθέματα στη Γερμανία επαρκούν μόλις για δύο μήνες ακόμα ενώ η διακοπή φυσικού αερίου από τη Ρωσία θεωρείται μάλλον γεγονός. Αν πράγματι συμβεί τούτο, κάποιες βιομηχανίες θα σταματήσουν την παραγωγή και θα απολύσουν εργαζόμενους, κάποιες περιοχές θα έχαναν ολόκληρα βιομηχανικά συγκροτήματα, οι αλυσίδες εφοδιασμού θα μπορούσαν να καταρρεύσουν και οι άνθρωποι θα χρεώνονταν για να πληρώσουν τους λογαριασμούς θέρμανσης και θα γίνονταν φτωχότεροι. Με αυτές τις «προειδοποιήσεις» του Γερμανού υπουργού Οικονομίας Χάμπεκ έγινε γνωστό και ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης για το φυσικό αέριο με το οποίο η κυβέρνηση φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει το ενεργειακό πρόβλημα και τις επιπτώσεις του στη γερμανική κοινωνία.
Το σχέδιο αυτό βάλλεται όμως πανταχόθεν, ακόμη και εκ των ένδον (SPD), πριν καν γίνει γνωστό. Η Σάρα Βάγκενκνεχτ, που έχει διαχωρίσει τη θέση της από την γερμανική Αριστερά (Die Linke), εξαπέλυσε σκληρή κριτική στον κυβερνητικό συνασπισμό, εν όψει του κινδύνου να «ξεμείνει» η Γερμανία από φυσικό αέριο και να παραλύσουν τομείς της οικονομίας. Αν συμβεί τούτο, είπε, θα «παγώσουν» τον ερχόμενο χειμώνα εκατομμύρια άνθρωποι, μη έχοντας να πληρώσουν τους πανάκριβους λογαριασμούς φυσικού αερίου. Η σύντροφος του Οσκαρ Λαφοντέν, Βάγκενκνεχτ, τόνισε πως η τρομακτική αυτή κατάσταση στον τομέα της ενέργειας προέκυψε μέσω των κυρώσεων της Ε.Ε. κατά της Ρωσίας, λόγω των οποίων «καταστρέφεται, η Γερμανία ενώ η τιμωρούμενη Ρωσία δεν υφίσταται σχεδόν τίποτε».
Το πλέον εντυπωσιακό γεγονός καταγράφηκε όμως πριν από μερικές ημέρες στο Μπούντεσταγκ, όταν οι αντιπολιτευόμενοι Χριστιανοδημοκράτες κατέθεσαν επείγουσα πρόταση για αποστολή 100 τεθωρακισμένων στην Ουκρανία, τα οποία θα προέρχονταν από τις αντίστοιχες μονάδες των γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων, της Bundeswehr. Η πρόταση της δεξιάς αντιπολίτευσης καταψηφίστηκε πανηγυρικά από όλα τα κόμματα πλην της ακροδεξιάς AfD. Περισσότερη εντύπωση όμως προκάλεσε η δήλωση της Γερμανίδας υπουργού Αμυνας, Κριστίνε Λάμπρεχτ, ότι τυχόν αποστολή των 100 αρμάτων στην Ουκρανία θα σήμαινε «λεηλασία του γερμανικού στρατού». Επικαλέστηκε μάλιστα η ίδια την αδυναμία άμεσης κάλυψης ανάλογων στρατιωτικών δαπανών, σε μια περίοδο που η κοινωνία πλήττεται από μια διαρκή κρίση στερήσεων.
* Δημοσιογράφος
