H συμβατική στρατιωτική ισχύς της Ρωσίας, ως ΕΣΣΔ και ηγέτιδας δύναμης του Συμφώνου της Βαρσοβίας, ήταν τόσο αδιαμφισβήτητη ώστε η απειλή που αντιπροσώπευε για την υπόλοιπη Ευρώπη να μπορεί να αποτραπεί μόνο με την ενεργοποίηση του αμερικανικού, κυρίως, πυρηνικού οπλοστασίου. Το τέλος του διπολισμού, η διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και η προσχώρηση στο ΝΑΤΟ των περισσότερων μελών του άλλαξαν την ισορροπία δυνάμεων, όχι όμως και τα στερεότυπα για τη στρατιωτική ισχύ της Ρωσίας, η οποία, παρά την υστέρησή της σε βασικούς οικονομικούς δείκτες, διατήρησε το κύρος της υπερδύναμης χάρη στη στρατιωτική ισχύ, το πυρηνικό οπλοστάσιο και κυρίως την πεποίθηση των μελλοντικών της αντιπάλων ότι είναι σε θέση να επιτύχει τους στόχους της ακόμη και να ικανοποιήσει εδαφικές της διεκδικήσεις, με τη χρήση συμβατικών στρατιωτικών μέσων χωρίς να υποχρεωθεί να κάνει χρήση πυρηνικών όπλων.
Η ρωσική στρατιωτική επέμβαση στην Ουκρανία, παρά τις επιφυλάξεις που επιβάλλουν οι διάφοροι μηχανισμοί διαστρέβλωσης πληροφοριών ή ακόμη και κατασκευής ειδήσεων, θέτει για πρώτη φορά υπό αμφισβήτηση αυτό το δεδομένο. Η εμπειρία αυτού του πολέμου δείχνει ότι η συμβατική στρατιωτική ισχύς της Ρωσίας έχει μειωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι υποχρεωμένη να απειλεί όλο και συχνότερα τους αντιπάλους της με το πυρηνικό της οπλοστάσιο. Ομως αυτή η απειλή μπορεί να κρίνεται αξιόπιστη στη συγκεκριμένη συγκυρία, αλλά δεν είναι δυνατό να προστατεύει σε κάθε μελλοντική περίσταση το κύρος της Ρωσίας ως στρατιωτικής υπερδύναμης.
Παράπλευρη απώλεια της εισβολής στην Ουκρανία είναι ακόμη η υποβολή από τις κυβερνήσεις της Σουηδίας και της Φινλανδίας, χωρών ταυτισμένων με πολιτικές ουδετερότητας, αιτήσεων ένταξης στο ΝΑΤΟ. Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση της Φινλανδίας, χώρας με καλές διμερείς σχέσεις με τη Ρωσία, γεγονός που στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου στάθηκε ερέθισμα για να προστεθεί στη διεθνή ορολογία ο όρος «φινλανδοποίηση» παραπέμποντας γενικότερα σε πολιτικές δυτικών κυβερνήσεων που επεδίωκαν ήπιες σχέσεις με τη Μόσχα. Μάλιστα τα 5,5 εκατομμύρια του πληθυσμού της περιλαμβάνουν και μια μικρή ρωσική μειονότητα, περί το 1,5% του πληθυσμού, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει πρόσχημα για μια ρωσική επέμβαση κατά τα πρότυπα του Ντονμπάς στην Ουκρανία αν οι ρωσόφωνοι δεν είχαν επιλέξει να λύνουν τα προβλήματά τους μέσω των πολιτικών δομών της Φινλανδίας. Μιας χώρας που έχει συμμετάσχει σε ασκήσεις του ΝΑΤΟ με κράτη της Βαλτικής καθώς και σε αποστολές του στο Ιράκ, το Κόσοβο και το Αφγανιστάν, χωρίς ποτέ να διαρραγούν οι σχέσεις της με τη Μόσχα. Το γεγονός ότι εξωθείται τώρα στην υποβολή αίτησης ένταξης στο ΝΑΤΟ καταλογίζεται στη Ρωσία και την ελλιπή στάθμιση των συνεπειών της εισβολής της στην Ουκρανία.
Οσον αφορά τις ΗΠΑ, η εισβολή προσέφερε μια σημαντική ευκαιρία ανάκαμψης από την πτωτική τους πορεία ως παγκόσμιας υπερδύναμης, όπως τελευταία απεικονίστηκε με την ταπεινωτική «φυγή» τους από το Αφγανιστάν. Η Ουάσινγκτον απέρριψε από την αρχή την άμεση εμπλοκή της στις εχθροπραξίες, αποκλείοντας μάλιστα με ιδιαίτερη έμφαση το ενδεχόμενο χρήσης πυρηνικών όπλων και υιοθετώντας μια πολιτική αποστολής οπλικών συστημάτων και οικονομικής ενίσχυσης στην Ουκρανία.
Βέβαια οι αμερικανικές καταγγελίες εναντίον της Ρωσίας για τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου θα ήταν πολύ πιο αξιόπιστες εάν οι ίδιες οι ΗΠΑ αποφάσιζαν να προσχωρήσουν στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ώστε να διευκολύνουν στο μέλλον τη διαλεύκανση και τυχόν δικών τους παραβιάσεων. Επίσης, η πρόσφατη έκκληση του Αμερικανού πρέσβη στον ΟΗΕ προς τις χώρες του Νότου να πάψουν να κρύβονται και να καταδικάσουν απερίφραστα τη ρωσική εισβολή θα είχε πολύ μεγαλύτερη απήχηση εάν οι ίδιες οι ΗΠΑ είχαν λιγότερο στενές σχέσεις με αυταρχικά καθεστώτα, ιδίως εκείνα που προθυμοποιούνται σήμερα να καλύψουν τις ενεργειακές ελλείψεις που δημιουργούν οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας.
Οι παραπάνω σκέψεις ασφαλώς θα αναθεωρηθούν με τη λήξη των εχθροπραξιών και την επίτευξη εκεχειρίας. Η αποφασιστικότητα των Ουκρανών να υπερασπιστούν τα εδάφη τους και η βοήθεια που λαμβάνουν μπορεί ακόμη και να ανατρέψουν όσα σήμερα θεωρούνται δεδομένα. Είναι πάντως βέβαιο ότι οι κολοσσιαίες επενδύσεις στους εξοπλισμούς την επομένη μιας καταστροφικής πανδημίας, η αγωνιώδης αναζήτηση παλαιών, επιβαρυντικών για το περιβάλλον, μορφών ενέργειας για την υποκατάσταση εκείνων που προμήθευε η Ρωσία, το νέο προσφυγικό κύμα και η επιστροφή στο προσκήνιο των πυρηνικών όπλων συνιστούν σοβαρή οπισθοδρόμηση της διεθνούς ζωής.
* Fellow, Πανεπιστήμιο Dalhousie, Χάλιφαξ Καναδά. πρώην προέδρου της Ελληνικής Εταιρείας Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων
