Παρά τη συνεχή και καταιγιστική κάλυψη του Ουκρανικού ζητήματος στον διεθνή αλλά και ελληνικό Τύπο, εξακολουθούν και υφίστανται σημαντικές πτυχές που παραμένουν εκτός των πληροφοριών που λαμβάνουμε καθημερινά. Εν μέρει, αυτό οφείλεται στο ότι η προσοχή του κοινού και των ΜΜΕ στρέφεται στην ανθρωπιστική κρίση που προκαλεί ο πόλεμος. Εν μέρει, όμως, οφείλεται και στην προώθηση διαμετρικά αντίθετων αφηγήσεων από τα εμπλεκόμενα μέρη (στα οποία βέβαια συγκαταλέγονται και οι ΗΠΑ, η ΕΕ, κ.α.).
Το κυρίαρχο Δυτικό αφήγημα παρουσιάζει την εισβολή ως αποτέλεσμα ενός «κακού» (Πούτιν), αντιγράφοντας παλαιότερα ηθικοπλαστικά αφηγήματα αναφορικά με άλλους ανάλογους «κακούς» (Σαντάμ Χουσεΐν, Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, κλπ.) Η «δαιμονοποίηση» του ηγέτη αποσκοπεί στο να παρουσιάσει τις δράσεις των «κακών» ως προσωπικές τους επιλογές, διαγράφοντας ευρύτερους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς και δομικές πραγματικότητες, καθώς και την ευθύνη των ίδιων των Δυτικών χωρών (όπως και των ηγετών της ίδιας της Ουκρανίας) για το αδιέξοδο το οποίο προκάλεσε τη Ρωσική εισβολή. Χαρακτηριστικά, από το 2015 ο καθηγητής John Mearsheimer είχε προειδοποιήσει για το επερχόμενο αδιέξοδο που θα προκαλείτο από την πολιτική επέκτασης του ΝΑΤΟ σε χώρες της τέως Σοβιετικής Ένωσης (βλ. την ομιλία του «Why is Ukraine the West’s Fault?»).
Αυτό προφανώς και δεν δίνει συγχωροχάρτι σε κανέναν, αλλά οι καταστάσεις και προβληματισμοί που είναι γνωστοί εδώ και χρόνια στην επιστημονική κοινότητα θάβονται αυτές τις ημέρες κάτω από το βάρος μιας προπαγανδιστικής θύελλας που στόχο έχει να αποσιωπηθούν τα λάθη που οδήγησαν στον πόλεμο. Στην πραγματικότητα, όμως, πίσω από την Ρωσική πολιτική, υπάρχει μια ολόκληρη ιδεολογικοπολιτική θεώρηση, διατυπωμένη από τον Alexandr Dugin στο βιβλίο του The Fourth Political Theory (2013). Αυτή η λεγόμενη «Ευρώ-ασιατική» ιδεολογία αντιτίθεται στο αφήγημα του Δυτικού φιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης και παρουσιάζει την Ρωσία ως μια από τις χώρες που μπορούν να αρθρώσουν ένα Λόγο διαφορετικό της υφιστάμενης Παγκόσμιας Τάξης. Η Δυτική αντίδραση αποσκοπεί να μετατρέψει την Ρωσία σε κράτος-παρία και βοηθάει στην άνοδο μιας Ρωσοφοβίας η οποία με την σειρά της συμβάλει στην αυτό-λογοκρισία όσων σκέφτονται διαφορετικά, όπως παρατήρησε και ο Brendan O’Neill σε άρθρο του στο Βρετανικό περιοδικό Spectator (“Tom Tugendhat and the worrying rise of Russophobia”, 25/02/2022). Ενδεχομένως, αυτή η τάση να εξυπηρετεί και την πολιτική θεώρηση κάποιων Ρωσικών ελίτ.
Επί του εδάφους, τα Δυτικά ΜΜΕ ασπάζονται σχεδόν μονομερώς το αφήγημα της Ουκρανικής κυβέρνησης «ξεχνώντας» γεγονότα και καταστάσεις που είναι προφανώς «άβολα» για αυτό το αφήγημα. Αναφέρω τρείς χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Πρώτον, αποσιωπάται ότι για χρόνια η Ουκρανική πλευρά σταμάτησε την παροχή νερού σε 2 εκ. άτομα στην υπό Ρωσικό έλεγχο Κριμαία. Δεύτερον, αποσιωπάται ο θρησκευτικός διωγμός (εκ μέρους του Ουκρανικού εθνικιστικού «παρακράτους») της υπαγόμενης στην Μόσχα Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το θέμα αυτό είχε μάλιστα καλυφτεί πριν από μερικά χρόνια από το BBC.
Τρίτον, οι ακροδεξιές εκφάνσεις της Ουκρανικής πολιτικής και η προώθηση της Ουκρανικής νέο-φασιστικής Δεξιάς από τις ΗΠΑ είναι γεγονότα ευρύτερα γνωστά. Η ύπαρξη αυτών των εξτρεμιστικών στοιχείων δεν σημαίνει φυσικά ότι αντιπροσωπεύουν το σύνολο της Ουκρανικής κυβέρνησης ή της πολιτικής ζωής, όπως προσπαθεί να πείσει η Ρωσική προπαγάνδα. Απλώς, σημαίνει ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκη από τις αφηγήσεις που προωθούν οι αντιμαχόμενες πλευρές. Δεν είναι τυχαίο που μια συνέντευξη με τον Ουκρανό κοινωνιολόγο Volodymyr Ishchenko τιτλοφορείται χαρακτηριστικά «γιατί ότι ξέρετε για την Ουκρανία είναι πιθανότατα λάθος» (βλ. «A Ukrainian Sociologist Explains Why Everything You Know About Ukraine Is Probably Wrong,» Jacobin, 2/10/2022). Προφανώς, δεν είναι δυνατή η «αποδόμηση» όλων αυτών των αφηγημάτων στην τρέχουσα παρέμβαση. Αλλά είναι σημαντικό οι αναγνώστες να αναζητήσουν την πραγματικότητα πίσω από τους μεγάλους τίτλους ειδήσεων, ειδικά αν θέλουν να μην γίνονται υποχείρια της προπαγάνδας της κάθε πλευράς.
Για όσους ενδιαφέρονται για μια σε βάθος κατανόηση της ευρύτερης δυναμικής μπορώ να συνοψίσω εδώ επιγραμματικά το επιχείρημα που αναπτύσσω διεξοδικά στο 5ο κεφάλαιο του βιβλίου μου Globalization and Orthodox Christianity: the transformations of a religious tradition (Routledge, 2014). Οι μετα-σοβιετικές κοινωνίες έχουν αποτελέσει την πρώτη ευκαιρία για έθνη της περιοχής να εκφραστούν πολιτικά σε συνθήκες σύγχρονες, χωρίς τον βραχνά της πάλαι ποτέ αυτοκρατορικής εξουσίας ή του Σοβιετικού κομμουνισμού. Για την Ρωσία, αυτό σημαίνει μια εξουσία (θρησκευτική και πολιτική) η οποία αντλεί την πολιτική της νομιμοποίηση από την αναφορά της στο Ρωσικό έθνος. Και αυτό σημαίνει ότι η ηγεσία αυτή πρέπει να ενδιαφέρεται (ή να εμφανίζεται ότι νοιάζεται) για τα περίπου 30 εκατομμύρια της λεγόμενης «διεθνικής» Ρωσικής Ορθοδοξίας, τους Ρώσους δηλαδή που βρέθηκαν εκτός της Ρωσικής Ομοσπονδίας μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό βέβαια δεν είναι κάτι πρωτοφανές, καθώς όλα τα έθνη-κράτη έχουν μια παραπλήσια στάση προς τους απανταχού ανθρώπους και κοινότητες που θεωρούνται ότι αποτελούν τμήματα του έθνους (όπως κάνει πχ. & η Ελλάδα).
Για την Ουκρανία, η μετα-κομμουνιστική εποχή απετέλεσε την πρώτη πραγματική ευκαιρία να συγκροτηθεί ένα Ουκρανικό έθνος-κράτος ως μια βιώσιμη οντότητα. Η μετα-κομμουνιστική Ουκρανία όμως κληρονόμησε ένα μεγάλο τμήμα των εκτός της Ρωσικής Ομοσπονδίας Ρώσων και το νεότευκτο κράτος παλινδρομούσε μεταξύ ενός εθνικού ή εθνοτικού πλουραλισμού και της «Ουκρανοποίησης» της κοινωνίας. Η δεύτερη επιλογή επιβλήθηκε πολιτικά μετά το 2014, προκαλώντας την απόσχιση των ανατολικών περιοχών της χώρας και την παρέμβαση της Ρωσίας.
Από την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και μετά, Ουκρανοί και Ρώσοι χρησιμοποίησαν τις δομές της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ουκρανία για να προβάλουν τις δικές τους εθνοτικές ταυτότητες στον πληθυσμό. Αυτό οδήγησε στην πολιτικοποίηση της συμμετοχής στις δυο αντίπαλες θρησκευτικές δομές της αυτοδύναμης Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας που λειτουργεί στην Ουκρανία υπό την αιγίδα του Πατριαρχείου της Μόσχας. Το σχίσμα μεταξύ του Ρωσικού Πατριαρχείου της Μόσχας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου προκλήθηκε ακριβώς γιατί το Οικουμενικό Πατριαρχείο προχώρησε στην αναγνώριση της αυτοκεφαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, δίνοντας λαβή στο Ουκρανικό επιχείρημα ότι οι «Ρώσοι είναι σχισματικοί» (το οποίο και επανέλαβε αυτολεξεί Ουκρανός ιερέας σε ρεπόρτερ του ελληνικού τηλεοπτικού σταθμού «Αντένα»).
Μελετητές έχουν αναφερθεί στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας ως τον πρώτο θρησκευτικό πόλεμο του 21ου αιώνα. Ήδη από το 2014-15, οι κληρικοί που τάσσονται με το Ορθόδοξο Πατριαρχείο της Μόσχας στήριζαν τους Ρώσους αυτονομιστές και αυτοί που τάσσονται με την Ουκρανική Εκκλησία στήριζαν τις κυβερνητικές δυνάμεις. Ο Ρώσος Πατριάρχης άλλωστε στηρίζει και τώρα τις δράσεις της Ρωσικής κυβέρνησης.
Όλα τα παραπάνω μας αφορούν άμεσα, καθώς ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός βαδίζει ευθέως προς ένα βαθύ και ενδεχομένως αμετάκλητο σχίσμα, όπου οι «Δυτικότροπές» εκκλησίες στηρίζουν την Ουκρανική κυβέρνηση και το Οικουμενικό Πατριαρχείο ενώ οι αντίπαλες εκκλησίες συμπαραστέκονται στο Ρωσικό Πατριαρχείο. Και δεν πρόκειται απλώς για ένα καθαρά θρησκευτικό θέμα, καθώς οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις συνταυτίζονται με τις θρησκευτικές αντιπαραθέσεις, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μίγμα που μπορεί να προκαλέσει πληγές που δεν θα κλείσουν. Οι επιπτώσεις όλων αυτών στην γεωπολιτική πραγματικότητα της Ελληνικής και της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ακόμη άδηλες.
*Πανεπιστήμιο Κύπρου
