Το θυμάμαι σαν να ήταν τώρα αν και έχουν περάσει σαράντα χρόνια. Κατηφόριζα τη Ζωοδόχου Πηγής παρέα με έναν νέο -τότε- πολιτικό που φιλοδοξούσε να ανεβαίνει δυο δυο τα σκαλιά της ιεραρχίας στο συστημικό κόμμα του οποίου ήταν μέλος. Μόλις περάσαμε από το μπακάλικο της γειτονιάς, δείχνει τα ξέχειλα με φασόλια και ρεβίθια σακιά και λέει: «Αυτά έβγαζαν, βγάζουν και θα βγάζουν κυβερνήσεις».
Δεν τον πήρα στα σοβαρά ή, για να το διατυπώσω κομψά, τον πήρα τόσο σοβαρά όσο ταίριαζε σε έναν νέο στο μυαλό του οποίου η λέξη «πρόοδος» είχε θηριώδεις δυνάμεις ικανές να επηρεάσουν τα πάντα, ακόμα και το μυαλό του ανθρώπου. Παρ’ όλα αυτά, η κουβέντα αυτή αποδείχτηκε ανθεκτική στον χρόνο μου και επανέρχεται στη μνήμη τα βράδια των εκλογών.
Καθώς προσπαθούσα να ερμηνεύσω τις επιλογές των εκλογέων στην κάλπη, άρχισα να ανακαλύπτω το αλληγορικό νόημα της φράσης και τη δυναμική της. Στις εκλογές του 2000, που ο κ. Σημίτης κέρδισε καλλιεργώντας την ευφορία που προκαλεί η προσδοκία των επιπλέον αγαθών που μπορούν να προσφέρουν ο «λαϊκός καπιταλισμός» των μετοχών και του Χρηματιστηρίου, όλα ξεκαθάρισαν. Μπορεί τη δεκαετία 1970 οι εκλογές να κερδίζονταν με τα φασόλια και τη φρατζόλα και τη δεκαετία του 2000 με τα «σαπάκια» του Χρηματιστηρίου, αλλά η δύναμη που καθοδηγεί το χέρι της πλειονότητας των ψηφοφόρων, διαχρονικά, παραμένει αναλλοίωτη: τα «καλούδια» που γεμίζουν το… τραπέζι του ψηφοφόρου. Δεν έχει και τόση σημασία αν για κάποιους τη δύναμη αυτή αντιπροσωπεύει το καρότσι του σούπερ μάρκετ και για κάποιους τα γιοτ, οι πετρελαιοπηγές και ποδοσφαιρικές ομάδες. Υπέρτατος κριτής στην πολιτική είναι το «τραπέζι» και τα «καλούδια»: αυτά που υπάρχουν, εκείνα που μπορεί να προστεθούν αλλά και όσα απειλούνται με μόνιμη ή παροδική εξαφάνιση.
Ομως δεν αρκεί ο πολιτικός να υπόσχεται το… παραπάνω. Πρέπει ταυτόχρονα να πείσει ότι θα το κάνει πραγματικότητα. Να κερδίσει, δηλαδή, την εμπιστοσύνη και να καταλαγιάσει την καχυποψία, η οποία σε αυτόν τον τόπο λόγω του «βεβαρημένου παρελθόντος» είναι υπερτροφική. Αλλά και γι’ αυτό βρέθηκε λύση: αλγόριθμοι, επικοινωνιολόγοι, πρόθυμα ΜΜΕ, διαφημιστές… Τεχνικοί της εξουσίας που πασχίζουν να πείσουν ότι ο εργοδότης τους είναι ο άνθρωπος για το… τραπέζι των ψηφοφόρων!
Ο κ. Μητσοτάκης τον Ιούλιο του 2019 κατάφερε να αποσπάσει την εμπιστοσύνη των τεσσάρων στους δέκα ψηφοφόρους για τις προθέσεις, την ικανότητα και τη διάθεση να γεμίσει το… τραπέζι τους ή τουλάχιστον να μην το αδειάσει. Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν, οι προσδοκίες αναμετρήθηκαν με την πραγματικότητα και το αποτέλεσμα, δεδομένων των ιδεολογικών αντιλήψεων της κυβέρνησης, άφησε πολλούς με τη στυφή αίσθηση της διάψευσης. Με την πανδημία, η διάψευση μετατράπηκε σε αποκαρδίωση καθώς τα «καλούδια» στο «τραπέζι» ακόμα περισσότερων άρχισαν να λιγοστεύουν. Και οι αποκαρδιωμένοι μετατράπηκαν σε οργισμένους βλέποντας τα «κοκόρια» μιας δράκας ανθρώπων να «γεννάνε με τη συνδρομή της κυβέρνησης.
Οταν η «δυσοσμία» του πληθωρισμού άρχισε να πνίγει την ελληνική κοινωνία, τότε η δυσφορία μετατράπηκε σε τρόμο, καθώς οι άνθρωποι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον κίνδυνο να απολέσουν «καλούδια» που μέχρι τότε θεωρούσαν άτρωτα και απρόσιτα στις απειλές. Η ζοφερή πραγματικότητα αποκατέστησε την τάξη, και το σοκ από τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, τις τιμές του πετρελαίου, του αερίου, της αμόλυβδης και των τροφίμων σε χρυσό έκανε ακόμα περισσότερους να διαπιστώσουν ότι ο πρωθυπουργός δεν είναι ο «Μωυσής» που μεσολαβεί στον Θεό να ρίξει «μάννα». Κάποιοι αισθάνθηκαν να τους περιλούζει κρύος ιδρώτας στη σκέψη για το πόσο χειρότερη μπορεί να γίνει η ζωή τους αν η κυβέρνηση επιλέξει το δίδαγμα της φράσης: «τι μοι ανταπέδωκας; αντί του μάννα χολήν».
Στην πραγματικότητα, ο πρωθυπουργός, με την πολιτική που επέλεξε για να αντιμετωπίσει τα τωρινά δεινά που υφίσταται η ελληνική κοινωνία, έπεσε στην «κινούμενη άμμο» της αναξιοπιστίας. Επικαλέστηκε το «μοιραίο» για να δικαιολογήσει την απροθυμία του να στηρίξει αυτούς που βλέπουν το «τραπέζι» τους να αδειάζει, αντί να υπερασπίζεται με απτό τρόπο το «καλάθι» με τα «καλούδια» που γεμίζουν το… τραπέζι.
Προφανώς δεν αντιλαμβάνεται ότι στο μυαλό των περισσότερων πολιτών η προσπάθεια να φορτώσει τον πληθωρισμό στις… διεθνείς εξελίξεις εκλαμβάνεται ως απροθυμία να παρέμβει για να αποτρέψει την περαιτέρω αποψίλωση του… τραπεζιού τους. Αν στην έλλειψη διάθεσης προστεθεί και η προσήλωσή του στο δόγμα της εσωτερικής υποτίμησης και του «καλοπιάσματος» των επενδυτών, τότε είναι θέμα χρόνου το πότε η σιωπηλή δυσφορία θα μετατραπεί σε γοερή αποδοκιμασία.
* δημοσιογράφος, συγγραφέας
